Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Τι συμβολίζουν τα πορτρέτα του Φαγιούμ, Αρχιμ. Βασ. Γοντικάκη


Το βλέμμα των Φαγιούμ σού φανερώνει πιο ζωντανούς τους πεθαμένους, που διψούν τη ζωή, από τους ζωντανούς που δεν την υποψιάζονται.
Σου κάνουν συντροφιά και σου μιλούν εν σιγή οι απόντες. Σε ξυπνούν στη ζωή οι απ' αιώνος κεκοιμημένοι.
Οι άνθρωποι των Φαγιούμ, ενώ δεν περιφρονούν την πρόσκαιρη ζωή, προτιμούν και οραματίζονται την αιωνιότητα. Είναι φροντισμένοι στην εμφάνιση, στολισμένοι, καλοχτενισμένοι και συχνά στεφανωμένοι· έτοιμοι για μια ιερή εορτή, που τελικό σκοπό έχει την επιτυχία της αιώνιας ζωής.
Ολος ο ανθρώπινος μακρόσυρτος πόνος εκβάλλει, σαν τα νερά του Νείλου, στις μορφές αυτές. Και μέσα στην άβυσσο του πόνου λάμπει το φως της ελπίδος και της προσμονής. Λάμπει η αιωνιότητα που αναβλύζει από τα βάθη της πρόσκαιρης, αλλά προσωπικά ανεπανάληπτης ζωής.
Ετσι σου πληγώνουν την καρδιά και σε παρηγορούν μακάρια. Σε φέρνουν σε εγρήγορση, για να δεις την τραγικότητα αλλά και την ωραιότητα της ζωής.
Ολο το κλίμα είναι γεμάτο ιερή και πένθιμη γαλήνη...

Είναι τώρα γενικά παραδεκτό ότι τα πορτρέτα του Φαγιούμ είναι ελληνική τέχνη. Και τα καλύτερα από αυτά είναι έργα Ελλήνων ζωγράφων.
Είναι επίσης γνωστό, και γενικά παραδεκτό, ότι όλη η εικονοκλαστική έρις ήταν μια διαμάχη μεταξύ του ελληνικού πνεύματος, που σέβεται και εικονογραφεί το πρόσωπο, και του πνεύματος της Ανατολής, που αγνοεί το ανθρώπινο πρόσωπο και εκφράζεται με γεωμετρικά σχήματα και αραβουργήματα.
Αλλά και η Δύση δεν κατάλαβε πλήρως και δεν συμμετείχε στον αγώνα της ανατολικής Εκκλησίας. Δεν αντελήφθη περί τίνος επρόκειτο. Γι' αυτό και ο Κάρολος ο Μέγας, που μπορεί να θεωρηθεί γενάρχης του δυτικού πολιτισμού, επτά χρόνια μετά την Ζ' Οικουμενική Σύνοδο (787), συγκάλεσε τη σύνοδο της Φραγκφούρτης (794), η οποία κατεδίκασε την Ζ' Σύνοδο και απέρριψε τη διδασκαλία της.
Το τι σημαίνει αυτή η απόρριψη και ποιες συνέπειες είχε για τη Δύση, μπορούμε να το δούμε, εάν συγκρίνωμε ένα από τα κλασικά πρόσωπα του Φαγιούμ με μια «Μαντόνα» της Αναγεννήσεως.
Ετσι αποδεικνύεται ότι οι Ελληνες ζωγράφοι των Φαγιούμ, προ Χριστού και εκτός Εκκλησίας, είναι πιο κοντά στη λειτουργική εικόνα από ό,τι οι καλλιτέχνες της Δύσεως μετά από δεκαπέντε αιώνες χριστιανισμού.

Υπάρχει μια αίσθηση στον Ελληνα, που μετατρέπεται σε μοίρα και αποστολή. Αυτό δεν είναι κάτι που τοποθετεί τους Ελληνες παραπάνω ή παρακάτω. Είναι απλώς το χρέος που τους δόθηκε. Γεννήθηκαν με αυτή την υποχρέωση. Είναι καταδικασμένοι να είναι δούλοι μιας οικουμενικής αποστολής, που διακονεί τη σωτηρία του ανθρώπου που έχει απαιτήσεις.
Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν χάνονται. Οσο και αν ταφούν στον χρόνο ή στο χώμα, φανερώνεται πως ζουν. Κυκλοφορούν μεταξύ μας. Κυκλοφορούν στο αίμα μας.
Ενας βαθύς, υποδόριος πόνος διατρέχει όλο το σώμα του ελληνισμού. Αυτός κάνει τα πορτρέτα του Φαγιούμ να είναι για τον Ελληνα σύγχρονα έργα, ως διαχρονικά.
Τα βλέπει να ζουν μέσα στην αναζήτηση του Ηρακλείτου, στην αγωνία της τραγωδίας, στον πόνο των δημοτικών και στο παράπονο των λαϊκών τραγουδιών, στο χαροποιό πένθος της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα...

Αυτό το βλέπεις, όταν ζεις τον Επιτάφιο Θρήνο, όχι ως συμφορά, αλλά ως προεόρτια της Αναστάσεως· και όταν εκφράζεις την ανείπωτη χαρά του Πάσχα, όχι με σκηνοθεσίες μελοδράματος, αλλά με το «Χριστός Ανέστη» σε αργό μέλος, που ακούγεται ως θρήνος βαρύς και μοιρολόι.
Ετσι παρέχεται χώρος και δυνατότητα ζωής σε χαρούμενους και θλιμμένους, σε ζωντανούς και πεθαμένους.
Οταν καταστρέφεσαι και τα χάνεις όλα, ελπίζεις. Και όταν βρίσκεσαι στην πλησμονή της χαράς, μένεις σεμνός και συγκρατημένος.
Τα της ζωής σου ιερουργούνται σε βάθος σημαντικής σιγής, όπου καμιά ταραχή δεν θολώνει την ευκρίνεια του Λόγου ούτε θίγει τη μεταμορφωτική δύναμη της σαρκωθείσης Αλήθειας, που κυβερνά τον κόσμο...

Οταν περιμένεις, έστω και νεκρός, με ευγνωμοσύνη και ελπίδα, πάντοτε έρχεται έσωθεν και άνωθεν ­ που είναι το ίδιο ­ η λύτρωση που απευθύνεται σε όλους.
Τα πρόσωπα του Φαγιούμ σού είναι οικεία και κοντινά. Είναι σύγχρονα και ζωντανά. Είναι πρόσωπα δικά σου, της οικογένειάς σου, και της οικουμένης ολόκληρης. Γιατί δεν χωρίζουν, αλλά ενώνουν.
Δεν υπογραμμίζουν την ετερότητα του φύλου ­ «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» ­ αλλά την ταυτότητα της εικόνας του Θεού που κρύβουμε όλοι μέσα σας.
Τους νιώθεις συγγενείς σου, αδελφούς και αδελφές σου, όχι γιατί τους μοιάζεις εξωτερικά ή ανήκεις στην ίδια φυλή ­ «ουκ ένι Ελλην και Ιουδαίος... βάρβαρος, Σκύθης...» (Κολ. 3, 11) ­ αλλά γιατί μέσα τους λάμπει το φως της ίδιας ελπίδας και ο πόνος της ίδιας ανθρωπιάς, που κρατά τον κόσμο στη ζωή και βάζει σε δεύτερη μοίρα τα εξωτερικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά. Ετσι αποδεικνύονται συγγενείς σου οι άγνωστοι. Και σου κάνουν συντροφιά οι πεθαμένοι, που γεμίζουν τον χώρο με παρουσία ζωής.

Τελειώνοντας μπορούμε να πούμε ότι το ειδικό βάρος ενός πολιτισμού φανερώνεται από το πώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα του θανάτου.
Η δική μας ταλαίπωρη εποχή, η προοδευμένη και πλούσια, παρουσιάζεται πολιτιστικά φτωχή και ζαλισμένη. Διαθέτει πολύ φτιασίδωμα και στρουθοκαμηλισμό.

Δεν τολμούμε να δούμε κατάματα την αλήθεια του θανάτου, γι' αυτό:
Από τη μια μεριά, είτε σκεπάζομε το πρόσωπο του νεκρού για να μην το αντικρύσωμε είτε το μακιγιάρουμε για να το παραστήσωμε ψεύτικα ζωντανό.
Από την άλλη μεριά, προβάλλομε τον τρόμο και τη φρίκη του θανάτου σαν τέχνη. Και την εμπορευόμαστε ως θέαμα και ανάγνωσμα.
Αλλά η ανθρώπινη σοβαρότητα των προσώπων του Φαγιούμ και η θεϊκή γαλήνη των εικόνων της Εκκλησίας μάς παρηγορούν, γιατί αποκαλύπτουν τη βαθύτερή μας φύση, ενότητα και αντοχή.
Πιστοποιούν αυτό που λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ότι όχι μόνο κάθε άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η ανθρώπινη φύση «η από των πρώτων μέχρι των εσχάτων διήκουσα μία τις του όντος εστίν εικών». Είναι μια εικόνα του Θεού όλη η ανθρώπινη φύση. «Διά τούτο εις άνθρωπος κατωνομάσθη το παν». Ενας άνθρωπος είναι ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Αυτή η μια εικόνα της τριαδικής θεότητος μας ενοποιεί και μας ελευθερώνει. Αυτή αποτελεί την αείζωη φλόγα που μας ζωογονεί και μας κατευθύνει.
Γι' αυτό ελπίζομε ότι εν τέλει θα νικήσει η αλήθεια της φύσεώς μας. Με τη χάρη του Θεού και τη συμβολή της αληθινής μας δίψας θα φθάσωμε τη γνήσια ανθρωπιά που ποθούμε και θα αξιωθούμε να γίνωμε κοινωνοί της λειτουργικής θεανθρωπίας και αιώνιας ζωής, για την οποία πλαστήκαμε.


Το πλήρες κείμενο δημοσιέυτηκε στο Βήμα της Κυριακής 7 Ιουνίου 1998, από τον Αρχιμ. Βασίλειο Γοντικάκη, τότε ηγουμένου της Ι.Μ Ιβήρων Αγίου Όρους

Δεν υπάρχουν σχόλια: