Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα...

Το τελευταίο ηλιοβασίλεμα της χιλιετίας
Σαντορίνη 31-12-1999

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού..

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Γεννήθηκε η ευσπλαχνία...



Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. 
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. 
Μου' δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. 
«Είδες – μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία». 
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα' χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ' αυτό.




Τάσος Λειβαδίτης, Η γέννηση

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Διάπλους του δύσκολου καιρού, του Νίκου Γ. Ξυδάκη


Αξέχαστα θα μείνουν τα φετινά Χριστούγεννα. Σκληρά και κρύα, για πολλούς συνανθρώπους μας, συναδέλφους, γείτονες, συγγενείς, φίλους. Εχασαν τη δουλειά τους, η επιχείρησή τους μαράζωσε, η φτώχεια τους κύκλωσε. Αλλοι έχασαν το πολυτιμότερο: έναν άνθρωπο. Ολοι χάσαμε το κέφι και το χαμόγελό μας, την αισιοδοξία μας.

Κερδίζουμε κάτι ωστόσο. Κερδίζουμε την ξεχασμένη αίσθηση του μέτρου· τι είναι πράγματι αναγκαίο, χρειώδες, απαραίτητο. Σφιγμένοι απ’ την ανάγκη, στερημένοι από το αποκούμπι ενός προβλεπτού καλόγνωμου χρόνου, με το βραχύ μέλλον σκοτεινό, ξαναλογαριάζουμε τα απαραίτητα. Και παρά το σοκ της φτωχοποίησης, παρά το βίαιο ταρακούνημα απ’ τις παλιές βεβαιότητες, βλέπουμε ότι τα απαραίτητα δεν είναι τόσο πολλά και δεν μας λείπουν όλα ― ακόμη και σε τούτο το ζοφερό κατώφλι.

Υγεία, αγάπη, πίστη στον άνθρωπο, στον εαυτό και στον άλλο. Τα απαραίτητα είναι εντυπωσιακά κοινότοπα, τριμμένα και γλυμμένα απ΄τον χρόνο, περιεχόμενα σε κάθε βιοθεωρία, απ’ την αυγή των μύθων ώς τη ροδαυγή του Νίτσε και του Φρόιντ. Αυτά απαιτούνται οπωσδήποτε για να διαπλεύσουμε τον δύσκολο καιρό ― άνευ αυτών ουδέν. Εικονισμένα σε λαϊκή λιθογραφία με τις τρείς παρθενομάρτυρες, Πίστις, Ελπίς, Αγάπη ― και μητέρα αυτών η Σοφία.

Η εορταστική ανάπαυλα των Χριστουγέννων, στο μέσον του χειμώνα, αυτή τη σοφία φέρνει, αυτή την πρόσκληση για αισθηματική εκδίπλωση και αναστοχασμό. Η κρίση μάς προσκαλεί να ξαναγεννηθούμε, δηλαδή να βρούμε τον εαυτό μας ανακαινισμένο, απαλλαγμένο από βάρη και περιττά μαλάματα. Χωρίς χλιδή, χωρίς λεφτά, χωρίς εταιρικά δώρα και δαπάνες επίδειξης, χωρίς τις φλύαρες συμβάσεις· αλλά όχι χωρίς το μέγα δώρο της ακερδούς, της άυλης χαράς, όχι χωρίς την πίστη στο διαρκές θαύμα της ζωής.

Πυκνός, βαρύς, πολύς, ο καιρός χιονίζει πάνω μας και μας βαραίνει. Αντέξαμε πολλά, θ’ αντέξουμε κι άλλα.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Γέρων διχαλογένης φορών σκούφον, του Φ. Κόντογλου

Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε στον καιρό του αυτοκράτορος Kωνσταντίνου του Mεγάλου στο νησί της Kύπρου, από γονιούς φτωχούς. Γι' αυτό στα μικρά χρόνια του ήτανε τσομπάνης και φύλαγε πρόβατα. Ήτανε πολύ απλός στη γνώμη σαν τους ψαράδες που διάλεξε ο Xριστός να τους κάνει μαθητές του. Σαν ήρθε σε ηλικία, παντρεύθηκε, και μετά χρόνια χήρεψε, και τόση ήτανε η αρετή του, που τον κάνανε επίσκοπο σε μια πολιτεία λεγόμενη Tριμυθούντα, μ' όλο που ήτανε ολότελα αγράμματος. Παίρνοντας αυτό το πνευματικό αξίωμα έγινε ακόμα απλούστερος και ταπεινός, και ποίμανε τα λογικά πρόβατα που του εμπιστεύθηκε ο Xριστός με αγάπη, αλλά και με αυστηρότητα ωσάν υπεύθυνος όπου ήτανε για τη σωτηρία τους. Ήτανε προστάτης των φτωχών, πατέρας των ορφανών, δάσκαλος των αμαρτωλών. Kαι είχε τέτοια καθαρότητα και αγιότητα, που του δόθηκε η χάρη άνωθεν να κάνει πολλά θαύματα, για τούτο ονομάσθηκε θαυματουργός. Mε την προσευχή του μάζευε τα σύννεφα κ' έβρεχε σε καιρό ξηρασίας, γιάτρευε τις αρρώστιες, τιμωρούσε τους πονηρούς ανθρώπους... 

Kαι στην Πρώτη Oικουμενική Σύνοδο που έγινε στη Nίκαια, ήτανε κι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανάμεσα στους τριακοσίους δέκα οκτώ θεοφόρους πατέρας και, παρ' όλο που δεν γνώριζε γράμματα, αποστόμωσε τον αιρεσιάρχην Άρειο που ήτανε ο πιο σπουδασμένος στα γράμματα από όλους τους δεσποτάδες... 

Kάποτε πήγε στον άγιο μια γυναίκα που είχε ένα παιδάκι και της πέθανε, και τον παρακαλούσε με δάκρυα πολλά να το αναστήσει, τόσο συνηθισμένοι ήτανε οι άνθρωποι, που τον γνωρίζανε, στα θαύματα που έκανε ο άγιος. Kαι εκείνος το ανάστησε με την προσευχή του. Mα η μητέρα του σαν το είδε ζωντανό, από την πολλή χαρά της πέθανε η ίδια. Kι' ο άγιος Σπυρίδωνας ανέστησε και τη γυναίκα. 

Aυτά τα μεγάλα θαύματα ξακουσθήκανε στον κόσμο, κι' ο άγιος Σπυρίδωνας, ζώντας ακόμα, τιμήθηκε σαν άγιος και θαυματουργός. Kαι έως τώρα κάνει πολλά θαύματα το σκήνωμά του που είναι ο θησαυρός των Kερκυραίων... 

Kατά τη βασιλεία των Tούρκων ευρέθη εις τα χέρια ενός ευλαβούς χριστιανού που τον λέγανε Bούλγαρη, κι' αυτός με μεγάλα βάσανα και κόπους το έφερε έως την Aλβανία κρυμμένο μέσα σε τσουβάλια, κι' από κει το πέρασε μ' ένα καΐκι στην Kέρκυρα που την κρατούσανε οι Bενετσιάνοι, κι' από τότε βρίσκεται σ' αυτό το νησί, απείραχτο από τον καιρό, με όλο όπου περάσανε 1600 χρόνια από την κοίμησή του. Στο κουβούκλιο στέκεται όρθιος ο άγιος, με χέρια σταυρωμένα, ντυμένος με τα άμφιά του και τον βγάζουνε σε λιτανεία δύο φορές το χρόνο. Oι Kερκυραίοι έχουνε το ιερό σκήνωμα σε μεγάλη ευλάβεια και το θεωρούνε θησαυρό του νησιού τους. Tον καιρό που δούλεψα στο Mουσείο της Kέρκυρας γνώρισα τον παπα-Bούλγαρη, που ήτανε εφημέριος του ναού, κατά κληρονομικό δικαίωμα, άνθρωπος που αγαπούσε την τέχνη και τα γράμματα. Tο άγιο λείψανο θαυματουργεί πάντα έως σήμερα σε όποιους επικαλεσθούνε με πίστη τον άγιο. 

Στην ορθόδοξη αγιογραφία ο άγιος Σπυρίδωνας παριστάνεται γηραλέος με γυριστή μύτη και με διχαλωτό κοντό άσπρο γένι, "γέρων διχαλογένης φορών σκούφον". O σκούφος του είναι παράξενος, σαν κινέζικος, μυτερός στην κορυφή. Δεν ζωγραφίζεται ποτέ ξεσκούφωτος. Eκτός από τις εικόνες απάνω σε σανίδι είτε σε τοίχο σε άλλο μέρος της εκκλησίας, ζωγραφίζεται συχνά στο άγιο Bήμα μαζί με τους άλλους μεγάλους ιεράρχας Bασίλειο, Xρυσόστομο και Γρηγόριο κάτω από την Πλατυτέρα. Στο χαρτί που βαστά είναι γραμμένο: "Έτι προσφέρομέν Σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον θυσίαν"... 

Φώτης Κόντογλου 
Γίγαντες Ταπεινοί, Εκδόσεις Aκρίτας 2000

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Κάθοδος στο Σημείο Μηδέν της Αθήνας, του Ηλια Mαγκλίινη


Την παραλάβαμε απ’ το ξενοδοχείο της ελάχιστη ώρα αφότου προσγειώθηκε - από τη Νέα Υόρκη, με ενδιάμεσο σταθμό το Λονδίνο. Η Σάσκια Σάσεν, συγγραφέας των βιβλίων «Κοινωνιολογία της παγκοσμιοποίησης» και «Χωρίς έλεγχο; Η εθνική κυριαρχία, η μετανάστευση και η ιδιότητα του πολίτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης» (αμφότερα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), είναι καταξιωμένη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Θα έδινε το ίδιο απόγευμα διάλεξη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και την επομένη θα αναχωρούσε για Μαρόκο.

Μαζί με τον φωτογράφο Νίκο Κοκκαλιά στο πίσω κάθισμα, και πάντοτε συντροφιά με τη Σ. Σάσεν (δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ, αλλά δεν μπορούσες να το διακρίνεις πάνω της), ξεκινήσαμε από τη Συγγρού για ένα Athens by day, να την ξεναγήσουμε, έστω και για μία ώρα περίπου, σε ορισμένα σημεία της Αθήνας που δεν είχε δει. Ενα σύντομο, ήπιο «walk on the wild side», για να μνημονεύσουμε λίγο Λου Ριντ από τα ’70s - μια εποχή στην οποία η Σάσεν αναφέρθηκε κάμποσες φορές, παρατηρώντας την Αθήνα του 2011: «Νομίζω ότι η Αθήνα βιώνει αυτό που βίωσε η χρεοκοπημένη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’70. Ομως οι πόλεις έχουν την ικανότητα να αναγεννώνται. Επινοούν εκ νέου την ταυτότητά τους»...

Το πρώτο που ζήτησε να δει ήταν «την πλατεία που συγκεντρωνόταν όλο αυτό το καιρό τόσος κόσμος», το Σύνταγμα. «Πώς ξεκίνησε όλο αυτό;» Ρωτάει με περιέργεια. «Από την πλατεία Ταχρίρ, στην Αίγυπτο;» Της απαντώ ότι το έναυσμα έδωσαν οι Ισπανοί Indignados. Παρατήρησε τα σπασμένα μάρμαρα στους υπόγειους σταθμούς του μετρό και λίγο μετά κάναμε την πρώτη μας στάση...

Διασχίζουμε πεζή την Πειραιώς και παίρνουμε τη Σοφοκλέους ανάποδα, με σκοπό να καταλήξουμε στην Πλατεία Θεάτρου. Καθώς διεισδύουμε σε αυτό το άλλοτε μίζερο άλλοτε εξωτικό σύμπαν των καταστημάτων, μιας αγοράς σαν άγρια, οργιώδη βλάστηση, που μοιάζει να κρύβεται μέσα στην πόλη, εντυπωσιάζεται απ’ το γεγονός ότι όλο αυτό συμβαίνει στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας. «Και πάλι, είναι κάτι που το συναντάς σε πολλές πόλεις στον κόσμο», τονίζει. «Ωστόσο, αυτή η εκπληκτική αγορά με τις τόσο έντονες μυρωδιές είναι ένα γκέτο, αλλά δεν έχει καμία σχέση με τα γκέτο που συναντάς στη Νέα Υόρκη ή στο Σικάγο ή και στο Παρίσι. Εκεί είναι γειτονιές με κατοικίες, απομονωμένες εντελώς από τον ιστό της πόλης, αφημένες στην τύχη τους. Εδώ βλέπουμε ότι όλα συνδέονται, το ένα διεισδύει μέσα στο άλλο».

Διασχίζουμε μια στοά που συνδέει τη Σοφοκλέους με την Πλατεία Θεάτρου και της διηγούμαι πώς και γιατί έκλεισε το Guru, πώς το καλοκαίρι του 2008, όταν πέρασα και πάλι από το ίδιο σημείο με τον Κωνσταντίνο Ζουγανέλη, η συγκεκριμένη στοά ήταν σπαρμένη με ζωντανούς-νεκρούς, αίμα και ακαθαρσίες. Η εικόνα τώρα είναι τελείως διαφορετική - όπως και οι οσμές. «Είναι αυτό που έχω χαρακτηρίσει ως global slum», λέει. Παγκόσμια φτωχογειτονιά ή και τρώγλη ακόμα. Αλλά για τη Σ. Σάσεν, ο όρος δεν έχει αποκλειστικά και μόνο αρνητικό πρόσημο. «Είναι κάτι τόσο διεθνές, ενσωματωμένο στις πόλεις, και δεν σημαίνει μόνον εξαθλίωση. Φανταστείτε για τι τεράστιο διεθνές κύκλωμα μιλάμε, με ανθρώπους από δέκα ή δεκαπέντε χώρες. Με τον όρο αυτό λοιπόν δεν εννοώ απλώς μια υποβαθμισμένη οικιακή πολιτική αλλά κάτι ευρύτερο και πιο πολύπλευρο. Με την παρουσία τους, τα βίντεο κλαμπ και τα τοπικά προϊόντα τους, στήνεται ένας ολόκληρος κόσμος».

Σε ένα μανάβικο με πακιστανικά προϊόντα περιεργαζόμαστε ένα είδος αγγουριού που ευδοκιμεί στην Ινδία, στο Μπανγκλαντές. «Βλέπετε, πόσες χώρες συγκεντρώνονται μέσα σε αυτά τα τετράγωνα, στην καρδιά της πόλης. Κυκλοφορεί χρήμα αλλά δεν ξέρουμε πού καταλήγει. Βέβαια, ξέρουμε ότι κάποιοι στέλνουν τα χρήματα που βγάζουν στην πατρίδα τους, οπότε μια άλλη κοινότητα, σε ένα άλλο μέρος του κόσμου επωφελείται».

Καθώς επιστρέφουμε προς το αυτοκίνητο με τα πόδια, η Σ. Σάσεν μας λέει ότι «οι πόλεις σήμερα μπορεί να μην είναι απαραιτήτως οικονομικά κέντρα, αλλά αποτελούν καίρια γεωπολιτικά σημεία. Οπως το βλέπω, η Αθήνα είναι αυτή τη στιγμή η αφορμή για τη δόμηση νέων τύπων οικονομικών διακανονισμών, είναι το Σημείο Μηδέν (Ground Zero) αυτής της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Η Ελλάδα είναι ένα πείραμα σε μια νέα οικονομική γεωπολιτική. Η “αραβική άνοιξη” ήταν μια ιδιαίτερη γεωπολιτική στιγμή, όπως η Ελλάδα, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, αποτελεί κάτι ανάλογο».

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Η αδικία που πληγώνει..

Ο κ.  Δημήτρης Καραγιάννης  ήρθε στις 11 Νοέμβριου του 2011 "Στα Άκρα" με τη Βίκυ Φλέσσα και ψυχογράφησε στο πρόσωπο του ομηρικού ήρωα Αχιλλέα όλους εκείνους τους ικανούς ανθρώπους, που αποσύρονται από την ενεργό δράση εξαιτίας της διαπραχθείσης εις βάρος τους αδικίας.
Διερεύνησε τη συντροφική σχέση, καταρρίπτοντας τον πλατωνικό μύθο για το «έτερον ήμισυ» και εξήγησε πως μία σχέση μπορεί να προδοθεί από ανεκπλήρωτες προσδοκίες.
Σχολίασε τη στρέβλωση μέσα στην οικογένεια, επισημαίνοντας την εξωλεκτική σημασία του βλέμματος στην ανατροφή των παιδιών. και αναζήτησε το νόημα της ζωής με οδηγό την υπαρξιακή ψυχολογία στοχεύοντας στην αποφυγή της κατάθλιψης και δή, στις ημέρες που διανύουμε…


Πηγή: Αντίφωνο

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει…[1]


Η εκατονταετηρίδα από της εκδημίας του κοσμοκαλόγερου των νεοελληνικών γραμμάτων, στάθηκε ικανή αφορμή για κάτι το ανέλπιστοˑ μια άνευ προηγουμένου έκρηξη πνευματικής δημιουργίας. Επετειακές εκδόσεις προς τιμήν του συγγραφέα, επιστημονικά συνέδρια, ραδιοφωνικά αφιερώματα, ακόμη ακόμη και τηλεοπτικές εκπομπές - από ένα μέσο που εδώ που τα λέμε δεν μας έχει συνηθίσει σε τέτοια θεματολογία. Όσο για τον τύπο, και τι δεν διαβάσαμε. Αναλύσεις λογοτεχνών, θεολόγων, διανοουμένων, κριτικών, συγγραφέων, ιεραρχών, επιστημόνων, εκδοτών... Άλλοι να αναφέρονται στον κυρ Αλέξανδρο υμνητικά, άλλοι επικριτικά, άλλοι συγκινητικά κι άλλοι αδιάφορα. Έτος Παπαδιαμάντη λοιπόν κι επισήμως το 2011.

Δεν θα σταθώ στο μεγαλείο του σκιαθίτη διηγηματογράφου. Ασχολήθηκαν μαζί του οι πλέον ειδικοί. Θα αποτολμήσω όμως να διατυπώσω την προσωπική μου έκπληξη για το γεγονός πως ενώ οι δεκαετίες περνούν κι κόσμος μας «προοδεύει» με ταχύτητες ασύλληπτες, επανέρχονται στο προσκήνιο άνθρωποι που στην εποχή τους θεωρήθηκαν μάλλον ανεπίκαιροι. Άνθρωποι όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Κόντογλου ή ο ζωγράφος Θεόφιλος που για την διανόηση της εποχής τους θεωρήθηκαν ξεπερασμένοι και συντηρητικοί. Κι ενώ οι δεκαετίες περνούν, η ως τότε «αγνοημένη» παράδοση έρχεται και χτυπά δυνατά την πόρτα των επόμενων γενιών. Κι ανακαλύπτουμε εκ νέου, μια παράδοση τόσο ζωντανή και τόσο εναργής, που μοιάζει να έρχεται από το μέλλον.

Πριν τα 1821, προετοίμασαν -ιδεολογικά και πνευματικά- την απελευθέρωση του υπόδουλου γένους, οι στην Δύση ευρισκόμενοι «Διδάσκαλοι του Γένους». Κύριο αίτημα τους η «Μετακένωση των Φώτων» από την Εσπερία στην σκλαβωμένη Ελλάδα. Θέλησαν διά της βίας να μας «εκπολιτίσουν». Αντί όμως το κακό να τελειώσει με την πολυπόθητη απελευθέρωση, φούντωσε κι άλλο. Ήλθαν έξωθεν οι Βαυαροὶ… να διοργανώσουν το νέο κράτος. Οι άνθρωποι προσέφεραν αυτό που είχαν. Προσπάθησαν να διοργανώσουν τα πάντα εξ αρχής σύμφωνα με τον πολιτισμό τους. Έτσι αρχίζει μια νέα περίοδος της ιστορίας μας, που επηρέασε όλη τη ζωή του τόπου: από το πως θα κτίζωμε τις εκκλησίες· πως θα εικονογραφούμε τους ναούς· πως θα ψάλλωμε, μέχρι το πως θα διασκεδάζωμε, θα τραγουδούμε και θα χορεύωμε...[2] Μια  μικρή βόλτα στους κεντρικούς ναούς των Αθηνών αρκεί για να «θαυμάσει» κανείς την δυτική αρχιτεκτονική, τα πολύχρωμα βιτρό και τις χαλκομανίες -φτηνές απομιμήσεις της δυτικής ζωγραφικής. Νιώθει πραγματικά «Ευρωπαίος». Μας πήραν μωρά παιδιά από τον μαστό της μάνας μας, της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μας έμαθαν άλλα. Μας έδωσαν να πιούμε γάλα κονσέρβας. Μας έκοψαν από τις ρίζες. Μας χώρισαν από την Παράδοση… μας έκαμαν αλλοδαπούς στον τόπο μας…[3]

Τους τελευταίους αιώνες η διανόηση του τόπου μας δεν έπαψε ούτε στιγμή να είναι αποκλειστικά και μόνον μεταπρατική. Καταγίνεται με το πώς θα μας κάμει Ευρωπαίους, πως θα διαφωτίσει τον λαό, πως θα αποτινάξει από πάνω του τη «λέρα» του Ρωμιού. Κτίζει μια αόρατη γέφυρα 2.000 ετών προκειμένου να μας συνδέσει απευθείας με την ένδοξη αρχαιότητα. Αδυνατεί να κατανοήσει την γλώσσα των παππούδων μας, αγνοεί την πίστη τους, αδιαφορεί για τα δημοτικά τους τραγούδια. Λοιδορεί την τέχνη του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου όσο εκείνος ζει. Μόλις όμως τα έργα του εκτίθενται στις αίθουσες του Λούβρου αναθεωρεί άρδην. Και μένει με το στόμα ανοιχτό... Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία χοντρά… Τον θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του, πέθανε, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα…[4]


Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη…[5]

Την πνευματική ζωή των τελευταίων αιώνων σημαδεύει η λεγόμενη γενιά του ‘30. Σε μιαν χώρα καθημαγμένη από τη Μικρασιατική καταστροφή, αναζητούνται οι στέρεες αξίες πάνω στις οποίες μπορεί να ανοικοδομηθεί η Ελλάδα. Ένα σύνολο διανοουμένων μελετώντας κυρίως Παπαδιαμάντη και Μακρυγιάννη, αναζητά στην παράδοση τη δημιουργική ορμή της ελληνικότητας. Όχι -προς Θεού- ως κάποιαν απόδειξη πολιτισμικής υπεροχής ή ανωτερότητας, μα ως την δυναμική εκείνης της ετερότητας που θα σφυρηλατήσει την αυτόνομη και ισότιμη παρουσία μας στην οικουμένη. Ανακαλύπτει στο κοινό κτήμα της λαϊκής παράδοσης του Γένους τη ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία… αγνοημένη και πάντα παρούσα… Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ΄21.[6] Ομολογεί πως λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.[7] Η γενιά του ‘30 δεν έχει σκοπό να ωραιοποιήσει ή να καθαγιάσει το παρελθόν. Βρίσκει στις αγνοημένες γενιές των παππούδων μας εκείνο το κάτοπτρο μέσα από τον οποίο θα καταφέρουμε επιτέλους να δούμε το πιο ανόθευτο και αληθινό μας πρόσωπο, μιας και ένας φτωχός δεν έχει καν τα μέσα να ψεφτίσει. Καλός ή κακός, μες στην αδυναμία του, μένει ατόφιος, αληθινός…[8] Οι Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος αν και ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, προσλαμβάνουν την ελληνική γλώσσα και παράδοση με γόνιμο τρόπο και δίνουν στην ελληνική ποίηση την ώθηση που χρειαζόταν για να κατακτήσει την παγκόσμια αναγνώριση. Στην ζωγραφική οι Παρθένης, Τσαρούχης, Παπαλουκάς αναβαπτίζουν την τέχνη τους στα νάματα της Βυζαντινής Αγιογραφίας. Ο Πικιώνης και ο Μόραλης μπολιάζουν την λαϊκή τέχνη με την Αρχιτεκτονική και την Χαρακτική.

Μένουσα εν εαυτή τα πάντα καινίζει…[9]
Την νεότερη Ορθόδοξη Θεολογία σημαδεύει λεγόμενη θεολογία της Ρωσσικής Διασποράς. Λίγοι κυνηγημένοι Ρώσοι μετανάστες καταφεύγουν στο Παρίσι, χτίζοντας γύρω από την ενορία μια θεολογική σχολή. Η ακτινοβολία που αποκτά συνιστά μια πραγματική επανάσταση. Κόμισαν στην Ευρώπη όχι μιαν επιμέρους θεολογική-εκκλησιαστική παράδοση, ιδεολογικά «ορθοδοξότερη» ή βιωματικά πιο «πνευματική», πιο «μυστική». Όχι. Η εκρηκτική τους συμβολή ήταν ότι αντέταξαν στο ευρωπαϊκό αδιέξοδο ρεαλιστική πρόταση ζωής…. Και η περιθωριακή τους παρέμβαση λειτούργησε με τη δυναμική του «κόκκου της σινάπεως», του ελάχιστου σπέρματος του ικανού να τινάξει και βράχο.[10] Η δυναμική που αναπτύσσεται τεράστια. Η Θεολογία των Πατέρων διδάσκεται στα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου και η Ορθοδοξία καθίσταται αυτόνομος και διακριτός πόλος απέναντι στην δυτική σκέψη. Τα απόνερα αυτής θεολογικής αναγέννησης φτάνουν και στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η Θεολογία του ’60, μέσα από την συστηματική μελέτη της Φιλοκαλίας, καταφεύγει στην Πατρολογία προκειμένου να επανασυνδεθεί με την εκκλησιαστική εμπειρία 2.000 ετών. Το Όρος αναγεννάται από ανθρώπους που αφήνουν ακαδημαϊκές καριέρες κι επιστημονικές περγαμηνές προκειμένου όχι να διδάξουν, αλλά να διδαχτούν την ορθόδοξη Θεολογία πλάι σε «σαλούς» ασκητές και αγράμματα γεροντάκια. Στις ελληνικές Θεολογικές Σχολές που για δεκαετίες ολόκληρες διδάσκονταν αποκλειστικά μεταφράσεις Ευρωπαίων Θεολόγων, κυρίως Προτεσταντών, συμβαίνει το «πρωτοφανές». Εν έτει 1962 εκδίδεται ο πρώτος τόμος των Συγγραμμάτων του Γρηγορίου του Παλαμά.

Κι ερχόμαστε στο σήμερα. Επιτακτική ανάγκη, λένε, για την μετάφραση των ιερών μας κειμένων στη νεοελληνική. Θα γιομίσουν οι εκκλησιές με νέους. Αναπαράγουμε την επιχειρηματολογία των Προτεσταντών μισσιονάριων που αλώνιζαν την ελληνική επικράτεια της προεπαναστατικής Ελλάδος, με κύριο έργο τους τον επανευαγγελισμό του αμαθούς και αγροίκου λαού. Μέσο για να το καταφέρουν η μετάφραση -λες και δεν γράφτηκαν στην ελληνική- των ιερών κειμένων. Θεωρούμε ότι η αποκάλυψη του Θεού δεν επιτυγχάνεται δια της εκκλησιαστικής εμπειρίας και πίστεως που διέσωσαν οι πατέρες μας, αλλά κυρίως διανοητικά, διά της γνώσης και κατανόησης των ιερών κειμένων. Αναβιώνουμε έτσι, μετά επτακόσια έτη, την ιστορική διαμάχη Γρηγορίου Παλαμά και Βαρλαάμ λαμβάνοντας «μετά παρρησίας» το μέρος του Λατίνου Επισκόπου.

Συνομολογεί κι ο Σαββόπουλος :
Φιλότεχνοι κι αλλήθωροι προς κάποια δύση πάντα
που παραμόρφωσε γενιές, παλιά κι απ' το τριάντα
την ώρα που το μέσα μας κοβόταν σαν διαμάντι
στου Καζαντζίδη το λυγμό και του Παπαδιαμάντη…[11]

Θ.Μ

[1] Οδ. Ελύτη, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας
[2] Αρχιμ. Β. Γοντικάκη, Σύγχρονος Μοναστικός Βίος. Απολυτίκιον
[3] Αρχιμ. Β. Γοντικάκη, Το Άγιον Όρος και η παιδεία του Έθνους μας
[4] Γ. Σεφέρη, Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης. Δοκιμές
[5] Οδ. Ελύτη, Άξιον Εστί
[6] Γ. Σεφέρη, Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης. Δοκιμές
[7] Γ. Σεφέρη, Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης. Δοκιμές
[8] Οδ. Ελύτη, Η μαγεία του Παπαδιαμάντη
[9] Σοφία Σολομώντος, 7,27
[10] Χρ. Γιανναρά, Το Ορθόδοξο Παρίσι. Τα καθ’ εαυτόν
[11] Δ.Σαββόπουλου, Μέρες Καλύτερες θα ρθούν. Μην πετάξεις τίποτα  

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2011

Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο Ιατρός, ο αγαπητός...


2o ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕ ΤΗ
ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 50 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ (ΒΟΪΝΟ-ΓΙΑΣΕΝΕΤΣΚΙ) ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ
(1877 -1961)
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗΣ

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ


11 ΚΑΙ 12 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011
ΑΙΘΟΥΣΑ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ


ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ




ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ 
ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ






Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Ποιά παράδοση και ποιά πρόοδος, του Λάκη Προγκίδη


Λίγο από πνεύμα ανταρσίας, λίγο από οικογενειακή παράδοση, βρέθηκα τον Ιούνιο του 1968, μετά από κάποιες πράξεις ανατρεπτικού, καθώς ελέχθη, χαρακτήρα, συγκρατούμενος με τον Θ.Π. στο 6ο αστυνομικό τμήμα στον Βαρδάρη. Δικτατορία. Σε λίγες μέρες πατούσα τα εικοσιένα.

Ζέστη ανυπόφορη. Ένα μπετονένιο κελί, μη αεριζόμενο, στον τελευταίο όροφο, ακριβώς κάτω από την ταράτσα. Πυρακτωμένο μέρα νύχτα. Μας βγάζαν μόνο για τις φυσικές μας ανάγκες και για να φάμε ανακούρκουδα το φαγητό που φέρναν και παραδίδαν στο φύλακα κάθε μέρα οι δικοί μας. Τελειώνοντας κι αφού καπνίζαμε το μοναδικό τσιγάρο του εικοσιτετράωρου –ώ της απολαύσεως!– κοιταζόμασταν και ψιθυρίζαμε «άντε πάλι στο καμίνι».

Οι μέρες κυλούσαν. Σε δυο τρεις βδομάδες είχαμε εξαντλήσει τις βασικές πληροφορίες γύρω από τη ζωή μας. Περάσαμε λοιπόν σε ιστορίες πιο προσωπικές. Ένα βράδυ, o Θ.Π., λογιστής το επάγγελμα, άρτι παντρεμένος, μου διηγήθηκε τις αναμνήσεις του από ένα τελευταίο του ταξίδι στη Σκιάθο όπου ανακάλυψε τον Παπαδιαμάντη. Καθώς δε το έφερε η τύχη νάχω κι εγώ γνωρίσει στα δεκατέσσερά μου και το ωραίο νησί και νάχω κιόλας διαβάσει τα άπαντα του Βαλέτα, αρχίσαμε να φέρνουμε στο μυαλό μας τα έργα του Παπαδιαμάντη, να ζωντανεύουμε τους ήρωές του και να ονειροπολούμε τις ρόδινες ακρογιαλιές, τις βασιλικές βελανιδιές και τα θεσπέσια τσιμπούσια του. Το καμίνι μας έβραζε. Ο Παπαδιαμάντης το δρόσιζε. Τόλη, αναφωνεί μια μέρα ο συγκάτοικος, ξέρεις τι λέω; Τι; Θα βγω στον Διοικητή να του ζητήσω να μας επιτρέψει να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη. Σε βάρεσε η ζέστη, του κάνω. Ξερό κεφάλι όμως ο Θ.Π.: πέτυχε την ακρόαση για την ίδια μέρα. Επέστρεψε σε λίγο τρισευτυχισμένος. Κάθε δεκαπέντε μέρες, συμφώνησε ο Διοικητής, θα μας έφερνε η γυναίκα του Θ.Π. έναν τόμο από τα άπαντα και θα έπερνε πίσω τον διαβασμένο. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Και πώς δέχθηκε το πράγμα, ρώτησα. Α, με πολύ ενθουσιασμό, απάντησε. Δεν πρόλαβα, συνέχισε, να ολοκληρώσω το αίτημά μου και πετάχτηκε όρθιος αναφωνώντας «Μπράβο, αυτός μάλιστα, ίσως και ξεστραβωθείτε».

Δεν ευτύχησε να τελειώσουμε την ανάγνωση. Στο τέλος του τρίτου τόμου μας χωρίσαν. Μας μεταφέραν στο στρατόπεδο του Καρατάσου στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης. Μας κλείσαν σε χωριστά δωμάτια στον πρώτο όροφο ενός διώροφου κτιρίου που στο παρελθόν το χρησιμοποιούσαν οι εφημερεύοντες μόνιμοι αξιωματικοί. Σφράγισαν τα παντζούρια, βάλαν φρουρούς, μας σίτιζαν πρωί, μεσημέρι, βράδυ και μας επιτρέψαν να διαβάζουμε ό,τι βιβλία μας φέρναν από τα σπίτια μας μια φορά την εβδομάδα –αφού περνούσαν πρώτα από την έγκρισή τους, εννοείται. Δυστυχώς εγώ δεν είχα τα άπαντα για να ολοκληρώσω την ανάγνωση, τη δεύτερη της ζωής μου. Έφηβος τα είχα δανειστεί. Θυμάμαι, εντούτοις, πάντα με νοσταλγία τον εγκλεισμό στου Καρατάσου. Ποτέ δεν ξαναβρέθηκα στη ζωή μου σε τόσο ιδανικές συνθήκες για διάβασμα και περισυλλογή. Έμενα ξυπνητός μέχρι μετά τα μεσάνυχτα. Το εγερτήριο μου το είχα εξασφαλισμένο. Στις 7:00 η ώρα ένας λόχος σταματούσε κάτω από τα παράθυρα μας και κραύγαζε αρκετές φορές τα πασίγνωστα συνθήματα της Χούντας: ΕΙΚΟΣΙΜΙΑ! ΤΕΤΑΡΤΟΥ! ΕΞΗ-ΝΤΑ ΕΦΤΑ! – ΕΛΛΑΣ! ΕΛΛΗΝΩΝ! ΧΡΙ-ΣΤΙΑ-ΝΩΝ!

Μείναμε στο στρατόπεδο από τον Σεπτέμβριο του 1968 μέχρι που έγινε η δίκη, τον Μάιο του 1969. Από τις πρώτες μέρες, με νωπό ακόμα στη μνήμη μου τον Παπαδιαμάντη, σκεφτόμουν σε τι παράξενη θέση με είχε φέρει η τύχη. Από τη μια μεριά έπαλε μέσα μου ολοζώντανη, πανέμορφη, νόστιμη και απέραντα ανεκτική απέναντι στις τρέλες, τις αποκοτιές και τα πάθη των ανθρώπων η Ελλάδα των Ελλήνων χριστιανών του αγαπημένου μου συγγραφέα. Και από την άλλη, ο έξω κόσμος με βομβάρδιζε με μια ελληνοχριστανική Ελλάδα που με γέμιζε με τόση λύσσα όση και οδύνη. Τούτη η αντίθεση, τούτη η αντιπαράθεση δυο φαινομενικά όμοιων κόσμων στάθηκε το πρώτο μου μάθημα λογοτεχνικής κριτικής.

Πέρασαν από τότε δέκα ολόκληρα χρόνια μέχρι ν’ αποφασίσω ν’ ασχοληθώ συστηματικά με την κριτική της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του μυθιστορήματος. Για ένα μεγάλο διάστημα ο Παπαδιαμάντης υπήρξε το μοναδικό μου σχολείο. Μα, θ’ απορήσετε, ασχολήθηκε ο Παπαδιαμάντης με την κριτική; Όχι βέβαια. Η κριτική όμως για την οποία μιλώ και η οποία έγινε η μοναδική μου σχεδόν ενασχόληση, προήλθε, ναι, προήλθε από το παπαδιαμαντικό έργο, ή, για την ακρίβεια, προήλθε από την σπίθα που πετάχτηκε μέσα μου τη στιγμή της σύγκρουσης αυτού του έργου με την καταθλιπτική και ανελεύθερη ατμόσφαιρα της χουντικής ελληνοxριστιανοσύνης.

Δεν χρειαζόταν βέβαια και καμιά φοβερή πνευματική ικανότητα για να καταλάβω το χάσμα που χώριζε την πίστη και την τέχνη του Παπαδιαμάντη από τα ιδεολογήματα των ηγετίσκων της δικτατορίας. Μου αρκούσε η αίσθησή μου. Στην περίπτωση του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, ένας δισχιλιετής πολιτισμός είχε στραγγίσει, είχε συρρικνωθεί, είχε καταντήσει κούφιο σύνθημα για να το βροντοφωνάζουν κατ’ εντολήν οι φαντάροι. Με τον Παπαδιαμάντη οι ίδιες λεξούλες που όριζαν τη χώρα μου, το λαό μου και την θρησκευτική του πίστη ηχούσαν μέσα μου σαν κάλεσμα ενός ακμαίου πολιτισμού, πάντα πλούσιου σε εκπλήξεις και αινίγματα. Ένα σφαλιστό παράθυρο χώριζε τους δύο κόσμους. Έξω, το καθεστώς που αντιμαχόμουν προσπαθούσε να μετατρέψει την πολιτισμική μου ταυτότητα σε τύπο, σε σχήμα αιώνια απαρασάλευτο. Μέσα, η ίδια ταυτότητα μεταμορφωνόταν σε ανεξάντλητο μυστήριο, σε ανάσα δημιουργίας, σε ελευθερία.

Ξαναθυμήθηκα φέτος, ύστερα από σαράντα τρία χρόνια, τη διαμονή στου Καρατάσου. Ίσως γιατί το καλεί η επέτειος. Ίσως γιατί προσπαθώ, διαβάζοντας τον ξανά και ξανά να δω τι έχει να μας πει ο συγγραφέας του «Φτωχού Αγίου», για την σημερινή μας κατάντια. Και ξαναθυμήθηκα φυσικά σε τι συνίστατο το πρώτο μάθημα κριτικής στο οποίο μόλις αναφέρθηκα. Συνίστατο σε δυο ανακαλύψεις. Ανακάλυψα, εκεί στην απομόνωση, πρώτον την αμφίσημη φύση της παράδοσης. Την κοίταζα από τη μεριά της χούντας, πτώμα. Την κοίταζα από τη μεριά του κυρ Αλέξανδρου, άνθιζε, ευδοκιμούσε. Κι αυτό όχι θεωρητικά και αφηρημένα αλλά στο ίδιο το πετσί μου, για να το πω έτσι. Το ίδιο μου το κορμί είχε γίνει το θέατρο αυτής της διπλής όψης της παράδοσης: στ’ αυτιά μου αντιλαλούσε το κούφιο σύνθημα των Συνταγματαρχών ενώ ταυτόχρονα τα σωθικά μου χοροπηδούσαν στο ρυθμό του παπαδιαμαντικού τραγουδιού.

Η δεύτερη ανακάλυψη ήταν λιγότερο κατανοητή. Θέλω να πω ότι ενώ η πρώτη είχε άμεση σχέση με τη σύγκριση, διανοητικού περισσότερο χαρακτήρα, του μέσα με το έξω, του παπαδιαμαντικού πλούτου που γέμιζε το είναι μου με την έκπτωτη μορφή του πού κυριαρχούσε από την άλλη πλευρά του παραθύρου, η δεύτερη ανακάλυψη ήταν πολύ δύσκολο να περιγραφτεί. Ναι, με το πρώτο άκουσμα του συνθήματος «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών» ένιωσα κάτι που είναι αδύνατον να εκφραστεί με λέξεις. Ή για την ακρίβεια κάτι που ήταν αδύνατον να εκφραστεί και το οποίο παιδεύομαι έκτοτε να πω, να φανερώσω, να κάνω να γίνει κατανοητό. Εκείνη η δεύτερη «ανακάλυψη» στάθηκε για μένα το μεγάλο αίνιγμα και το κίνητρο για να ριχτώ στην περιπέτεια της κριτικής. Εδώ, είπα μέσα μου, γίνεται κάτι το εξαιρετικό. Κάτι για το οποίο αξίζει τον κόπο να επιχειρήσω μιαν ολόκληρη στροφή σε σχέση με τον δρόμο πού είχε πάρει ήδη η ζωή μου: Πολυτεχνείο, πολιτικοποίηση, λογοτεχνικά ενδιαφέροντα. Εδώ, σε τούτο το κεφάλαιο, ίσως κάτι έχω να πω, κάτι το τελείως δικό μου, σκέφτηκα.

Ποια ήταν λοιπόν αυτή η τόσο περίεργη και άρρητη αίσθηση; Το γέλιο. Ναι, το γέλιο. Ακούγοντας τα φανταράκια να ξελαρυγγύζονται για να με κάνουν να καταλάβω τι θα πει Ελλάδα άρχισα να γελάω. Βουβά. Μέσα μου. Ένα γέλιο εύθυμο, λαγαρό, πρόσχαρο, συντροφικό. Χωρίς ίχνος έχθρας και σατιρικής διάθεσης –στο κάτω κάτω της γραφής απόλυτα δικαιολογημένης από την περίσταση. Όχι βέβαια ότι μου ήρθε να ταυτιστώ με την πρωινή εντεταλμένη χορωδία και να πάρω μέρος στη συλλογική αποβλάκωση. Γέλιο ίσον απόσταση. Υπό όποια μορφή κι αν ξεπηδήσει. Και ποια ήταν λοιπόν η μορφή εκείνου του γέλιου; Δεν ήξερα ούτε να την ονομάσω, ούτε να την περιγράψω. Το μόνο πράγμα πού καταλάβαινα διαυγέστατα είναι ότι είχα βρεθεί ξαφνικά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση, σε μια «γνώση» ασύλληπτη για τα φτωχά μου εκφραστικά μέσα. Ένιωθα σαν το κλειστό παράθυρο να είχε εξαφανιστεί και μαζί του και το δωμάτιο. Σαν από τον εαυτό μου ν’ αποκολλήθηκε ένας άλλος εαυτός που μ’ έβλεπε από πολύ μακριά. Που μας έβλεπε από κάποιον άλλο πλανήτη: εμένα, το στρατόπεδο και τη χώρα μου ολόκληρη. Μέσα σ’ ένα συναίσθημα απέραντης συγκατάβασης. Σαν νάμασταν όλοι ένα. Σαν να μην ήταν καθόλου εύκολο να διακρίνεις τους εχθρούς από τους φίλους. Σαν ένα μαγικό ραβδί να είχε σβήσει διαφορές, ανταγωνισμούς και αντιδικίες. Αλλά και πάλι, τίποτα δεν είχε παραμερίσει από τη θέση του και ιδιαίτερα τα καρφωμένα παντζούρια. Γελούσα. Το είναι μου είχε παραδοθεί στη χαρά του γέλιου. Το ένιωθα. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα ότι γελούσα χωρίς να ξέρω το γιατί. Πέρασε πολύς καιρός πριν αρχίσω να αρθρώνω κάποιες σκέψεις γύρω από το φαινόμενο. Τότε, όταν συνέβει, για το μόνο πράγμα που ήμουν σίγουρος ήταν ότι στον πυρήνα αυτής της περίεργης σκωπτικής διάθεσης φώλιαζε το έργο του Παπαδιαμάντη που μόλις είχα ξαναδιαβάσει.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες όπου βρισκόμουν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν κάποιες στιγμές παράκρουσης. Προτίμησα το δρόμο της εκλογίκευσης. Βέβαια αν πάρουμε το έργο του Παπαδιαμάντη καθ’ εαυτό δε θα βρούμε την παραμικρή νύξη σε σχέση με την ελληνοχριστιανοσύνη την οποία διατυμπάνιζαν οι αυτοκυρηχθέντες προστάτες του έθνους. Αποκλειόταν λοιπόν η οποιαδήποτε άμεση συσχέτιση λογοτεχνικού έργου και συγκεκριμένης κατάστασης. Έμενε ίσως η έμμεση: η φρέσκια ακόμα μέσα μου μνήμη της παπαδιαμαντικής ελληνοχριστιανοσύνης μ’ έκανε να χλευάζω, ως εξ αντιπαραβολής, το ελεεινό απολειφάδι της. Όμως ούτε κι αυτή η εξήγηση ευσταθούσε. Το είπα ήδη το γέλιο μου δεν είχε σατιρικό χαρακτήρα. Δεν κατευθυνόταν από το μέσα προς το έξω. Μάλλον το αντίθετο συνέβαινε: το έξω εισχωρούσε στο δωμάτιό μου, το έξω ενσωματωνόταν στη γενική ατμόσφαιρα της ευθυμίας που σκέπαζε τα πάντα. Αλλά αν εκείνο το γέλιο δεν λειτουργούσε ούτε απελευθερωτικά, εντός μου, ούτε υποτιμητικά για τους άλλους, για τους δεσμώτες μου, σαν τι λειτουργούσε;

Λειτουργούσε, το λέω τώρα, εκ των υστέρων, σαν αισθητική εμπειρία. Μια εμπειρία που πολύ πιθανόν είχα κιόλας αισθανθεί στο παρελθόν χάρη σε άλλα διαβάσματα αλλά ποτέ σ ́αυτή την ένταση. Ίσως γιατί ποτέ δεν είχα βρεθεί σε τόσο ακραίες καταστάσεις όπου, απ’ ότι φαίνεται, η ευαισθησία του ανθρώπου οξύνεται στο έπακρο. Όπως κι αν έχει η σύγχυση των δικών μου βιωμάτων με τα βιώματα εκείνων που πίστευα ότι ήταν στην αντίπερα όχθη, τούτη δω η γειτνίαση υπό τη σκέπη του Παπαδιαμάντη, καταστάσεων εκ προοιμίου ξένων μεταξύ τους, με διασκέδαζε. Και προπαντός με παίδευε. Με τη διπλή σημασία της λέξης: με βασάνιζε και μου μάθαινε. Ήταν αυτονόητο να κοροϊδεύω αυτούς που είχα επιλέξει για αντιπάλους. Ήταν κομμάτι περίεργο να μας βλέπω να κολυμπάμε όλους μας στην παπαδιαμαντική ειρωνία. Αναγκαστικά αναρωτιόμουν: τι τέλος πάντων το ιδιαίτερο υπήρχε στο έργο του Παπαδιαμάντη που μ ́έκανε εμένα τον αναγνώστη να γεύομαι τούτο το διφορούμενο γέλιο;

Στα δεκατέσσερα μου χρόνια ο Παπαδιαμάντης με εξοικίωσε με τις παραδόσεις του λαού μας. Με πότισε με την ομορφιά της ελληνικής φύσης. Με γέμισε με τον ερωτισμό του. Στου Καρατάσου μ’ έριξε στον κόσμο, μ ́έφερε αντιμέτωπο με το αίνιγμα που λέγεται σημερινός κόσμος. Έτσι στον πρώιμο διάλογο με το έργο ήρθε να προστεθεί, στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, και ο διάλογος με τον κόσμο. Την επαύριο λοιπόν της δεύτερης ανάγνωσης του Παπαδιαμάντη, μου φαινόταν σαν ο κόσμος νάταν ένα εφτασφράγιστο μυστήριο που άνοιγε μόνο με το κλειδί των καλλιτεχνικών έργων, ακόμα και των έργων τέχνης που είχαν φτιαχτεί, όπως αυτό του Παπαδιαμάντη, σε καιρούς αλλοτινούς, πριν ετούτος εδώ ο κόσμος δει το φως της μέρας. Λες και το έργο τέχνης τον είχε προαισθανθεί. Λες και τον ένιωθε να σαλεύει στα σωθικά του. Ξαφνικά ωρίμασα. Άρχισα να δοκιμάζω τα πρώτα μου εργαλεία στο χώρο της κριτικής. Δεν συνομιλούσα μόνο με τον Παπαδιαμάντη, έφερνα ταυτόχρονα τον κόσμο του κοντά στο δικό μου...


Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Μοιρολόι



Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Μεταξωτοί άνθρωποι, του Γιάννη Τριάντη


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...

Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.

Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα», Πέμπτη 25/11/2010.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Σαν σήμερα..

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Get closer..

Χρειάζεται να μεταμφιεζόμαστε για να έρθουμε πιο κοντά;




Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Έφυγε ο ποιητής του φακού και του λόγου..


Πανταχού παρών με τον φακό του, ακόμα και σε πολύ κρίσιμες στιγμές του τόπου, ο Κώστας Μπαλάφας απαθανάτιζε τον μόχθο και τον αγώνα επιβίωσης του Ελληνα στην ύπαιθρο με πάθος και ποιητική διάθεση. Την Κυριακή ο σημαντικός έλληνας φωτογράφος έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη.

Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού από την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, τους πήγε στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες και έτσι ο μαγαζάτορας πήρε και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί... «Οταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα επάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα...» είχε πει ο ίδιος.

Το 2008 δώρισε το φωτογραφικό αρχείο του στο Μουσείο Μπενάκη χωρίς ανταλλάγματα, παρά μόνο με μία παράκληση: «Να το προσέχουν» – 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά από το 1939 ως το 2000 αλλά και 60 ταινίες μικρού μήκους έτοιμες για ψηφιακή επεξεργασία, προκειμένου να διασωθούν η καθημερινότητα, τα ήθη και τα έθιμα της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.

Αυτός ο ποιητής του φακού και του λόγου είχε πει όταν αποχαιρέτισε το αρχείο του:  «Δεν είναι ένα αρχαίο κομμάτι. Είναι η ίδια η ζωή μου. Και το 'δωσα με μία συμφωνία, να το προσέξουν. Γιατί δεν είναι φωτογραφίες της τύχης, είναι φωτογραφίες που στιγμάτισαν τον νου και την καρδιά. Και μετά πέρασαν στο χαρτί».

Αυτό που κάνει μια φωτογραφία σπουδαία, είχε πει, είναι το να φωτογραφίζεις αυτά που δεν φαίνονται: «Η φωτογραφία είναι μια δύσκολη τέχνη επειδή είναι εύκολη».








Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Επιτέλους..

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Αλήθεια, θυγατέρα του Χρόνου τoυ Νίκου Γ. Ξυδάκη


Οι μέρες της κρίσεως κυλούν αργά, βασανιστικά. Οι Ελληνες μετεωρίζονται αβέβαιοι, έρμαια του συνοφρυωμένου γέροντα Χρόνου, του αμφίβουλου Καιρού, κακόβουλου στο δικό μας παρόν. Σαν χάρτινα αθύρματα μας σηκώνει και μας στροβιλίζει ο Χρόνος, κρατώντας στα χέρια του δρεπάνι και κλεψύδρα, υπενθυμίζοντάς μας τη ματαιότητα του βίου αλλά και ότι ήμασταν ανέτοιμοι ακόμη και να αναλογισθούμε την κρίση.

Ενύσταξαν οι Ελληνες και εκάθευδον, σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, κρατώντας λαμπάδες χωρίς λάδι. Απέμειναν καθεύδοντες, με αδειασμένο κράτος, αδειασμένο από νόημα, χωρίς δομή και ζωτικότητα, χωρίς αποτέλεσμα. Απέμειναν καθεύδοντες, μαλθακοί και φενακισμένοι κι οι ίδιοι, ανεχόμενοι αχρείους άρχοντες και αλληλοεξαχρειούμενοι.

Ωστε όταν ο Αποκαλύπτων Χρόνος απεκάλυψε την κόρη του Αλήθεια, αυτή ήταν οδυνηρή για τους καθεύδοντες. Η αλήθεια απεκαλύφθη όχι μόνον ως ματαιότητα βίου, αλλά και ως κατάπληξη και πόνος. Και ως πικρή επίγνωση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν κράτος, ότι κατόρθωσαν να το φθείρουν, να το ευτελίσουν μέχρις αφανισμού, μέχρι το σημείο να αγκομαχούν πια τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες. Το άφησαν, το εγκατέλειψαν τρόπαιο στους προύχοντες κηφήνες στους λεηλάτες, να το διαμοιράζουν σαν λεία, κουρέλι κουρελάκι, εν όσω οι ίδιοι μετέπιπταν σε πλιατσικολόγους, μάζα πληβείων άβουλων και κυριαρχούμενων, εθελόδουλων. Συνέχεαν την ασυδοσία του πληβείου με την ελευθερία του πολίτη.

Ενώπιον του δραπάνου, λοιπόν. Για κούρεμα ή για αποκεφαλισμό. Αλλά και ενώπιον της κλεψύδρας, η οποία ρέει διαδοχικά αμφίδρομα· όταν στραγγίξει η άμμος κατά τη μία φορά, ο γέρων Χρόνος θα την αναστρέψει και θα αρχίσει νέα ροή. Το αβάσταχτο παρόν θα παρέλθει, θα περάσει μέσα απ' τις ζωές μας, ο πόνος θα τελειώσει, θα αρχίσει νέα ροή, καθαρτήρια, λυτρωτική, αναγεννητική. Η αλήθεια πονά όταν αποκαλύπτεται, συντρίβει και ύστερα γιατρεύει, αναγεννά. Τη λέμε Filia Temporis, Θυγατέρα του Χρόνου. Μητέρα της ελπίδας.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Βροχή Επιστροφής...


Εγώ, όταν θα μεγαλώσω
θα γίνω Σεπτέβρης, έλεγε ο Αύγουστος


Έβρεξε δω λιγάκι.
Δοκιμαστικά σαν έλεγχος
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις.
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο ξαφνικά οι σειρήνες, δοκιμαστικά,
αν λειτουργεί καλά ο τρόμος του πολέμου.
Ελάχιστη βροχή,
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του
το χώμα τη σταγόνα
-καθώς δοκιμαστής κρασιών-
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί
πάνω στα περιβόλια.


Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά
γι’ αυτό το "προς το τέλος".
Αν έχει ξαστεριά
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι.


Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο.
Μήπως και ξαναβρέξει.
Να σε ξεπλύνω λίγο.
Είσαι μες την αλμύρα και τ’ αλάτια
από τότε που ήμουνα θάλασσα.


Κ.Δημουλά

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το «συμβόλαιο» να αντιπαλέψει τη ζούγκλα; Tου Χρήστου Γιανναρά


Είχε προηγηθεί η «πολιτική κηδεία» κορυφαίου της επαγγελματικής πολιτικής. Και στην τηλεόραση φίλος ομοϊδεάτης του τεθνεώτος εκθείαζε την προσωπικότητα και το έργο του. Για να καταλήξει στην κοινότοπη κορώνα: «Εκεί που είναι τώρα ο σύντροφος, θα κουβεντιάζει με τους παλιούς του συντρόφους, τον (τάδε), τον (δείνα), για τους κοινούς τους αγώνες και για στόχους που περιμένουν την πραγμάτωσή τους».

Εκφραστική αμηχανία, διολίσθηση στην κοινοτοπία; Πάντως η ρητορική εικόνα επέτρεπε στον τηλεθεατή το ερώτημα: Αν είναι έτσι, τότε προς τι η «πολιτική κηδεία»; Προς τι η άρνηση να εκκλησιαστεί η εξόδια μοναξιά, να σπαρεί το κορμί στην κοινωνούμενη ελπίδα, ελπίδα για κάτι που αγνοούμε κι όμως εμπιστευόμαστε τη ζεστασιά του;

«Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ· μα ωστόσο λάμπει», βεβαίωνε ο Ελύτης. Οταν χαθεί «η άγνοια η υπερτέρα πάσης γνώσεως», τότε προκύπτουν οι «βεβαιότητες» που οδηγούν στην «πολιτική κηδεία»: Δεν υπάρχει τίποτα μετά, ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο μηδέν. Καμιά ελπίδα, καμιά εμπιστοσύνη σε ό,τι δεν μπορεί να εξουσιάζει το εγώ σαν «στέρεη» γνώση.

Ομως να που ο φίλος ομοϊδεάτης του «πολιτικά» κηδευθέντος, στο αποκαλυπτικό lapsus της αυθορμησίας του, βλέπει να επιβιώνει η υπαρκτική ετερότητα των «συντρόφων». Ο,τι είναι κοινό και αδιαφοροποίητο (η «φύση» λέγανε οι Ελληνες) φυσικά υπόκειται στη νομοτέλεια, φυσικά και πεθαίνει. Ο,τι όμως είναι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, δηλαδή ελευθερία υπαρκτικής ετερότητας από το κοινό και αδιαφοροποίητο, πώς να υποταχθεί στην αναγκαιότητα του θανάτου;

Κάθε άνθρωπος έχει σκέψη, κρίση, φαντασία, θέληση, ποιητική (δημιουργική) ικανότητα, είναι ζώον ορθοβαδιστικόν, γελαστικόν. Αλλά κάθε άνθρωπος σκέπτεται, κρίνει, φαντάζεται, θέλει, δημιουργεί, ορθοβατεί, γελάει με τρόπο που ποτέ κανείς δεν επανέλαβε και δεν θα επαναλάβει. Και η υπαρκτική ετερότητα πραγματώνεται πάντοτε αναφορικά, πάντοτε ως - προς, πάντοτε ως ελευθερία από το κοινό και αδιαφοροποίητο, ελευθερία από τις αναγκαιότητες της φυσικής ομοείδειας. Η ελευθερία πραγματώνεται οπωσδήποτε ως σχέση, ποτέ ως φύση.

Ποιος λοιπόν είναι ο πραγματικός, με την πιο ρεαλιστική σημασία του πραγματικού, άνθρωπος; Το «τι» των υπαρκτικών δεδομένων της φύσης, το κορμί, ή το «πώς» της πραγμάτωσής τους, το λογικό υποκείμενο; Πραγματική ύπαρξη είναι η ασυνείδητη φύση των αναγκαιοτήτων ή η συνειδητή ελευθερία της σχέσης; Αν η ρήση του Lacan ότι «το λογικό υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Αλλου» έχει βεβαιωμένο εμπειρικά οντολογικό περιεχόμενο, τότε το ερώτημα για τον μηδενισμό ή όχι της ύπαρξης με τον θάνατο απαιτεί διασάφηση πώς καταλαβαίνουμε την ύπαρξη: σαν βιολογική και μόνο οντότητα (l’ homme machine) ή ως λογικό υποκείμενο παράγωγο της σχέσης; Την ύπαρξη ως βιολογική οντότητα δεν την επιλέγουμε, είναι δεδομένη όσο και ο θάνατος. Την ύπαρξη που ιδρύεται ως σχέση τη διαχειριζόμαστε με ελευθερία.

Η εκκλησιαστική εμπειρία και μαρτυρία, όταν και όπου λειτουργεί, είναι ο πιο συναρπαστικός αγνωστικισμός που μπορεί να συναντήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι ο αγνωστικισμός της ορθολογικής αμφισβήτησης, το εγώ που αμφιβάλλει ζητώντας θωράκιση. Είναι ο αγνωστικισμός της απροσδιοριστίας του έρωτα, τα ενδεχόμενα που επιφυλάσσει η περιπέτεια της σχέσης, της ερωτικής αυτοπαράδοσης και αυτοπροσφοράς. Οταν ξεκινάει ένας αληθινός έρωτας, όλα είναι άγνωστα και όλα είναι δυνατά, όχι σαν πιθανά ενδεχόμενα, αλλά σαν δυνατές κατακτήσεις του ολόκληρου, του πληρωματικού. Η εκκλησιαστική πρόκληση συνοψίζεται στη δυνατότητα να ελέγξει ο καθένας εμπειρικά αν, πραγματικά (υπαρκτικά), η σχέση νικάει τη φύση, αν η αγάπη νικάει τον θάνατο.

Οι «πολιτικές κηδείες» γίνονται όλο και πιο συχνό σύμπτωμα, γιατί η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι όλο και πιο δυσεύρετη στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει καταιγισμός κηρυγμάτων, έντυπων, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών. Υπάρχουν τέσσερις πανεπιστημιακές Σχολές Θεολογίας, πάμπολλες ιερατικές, υποχρεωτικό μάθημα Θρησκευτικών στα σχολειά. Και όλος αυτός ο ορυμαγδός είναι, κατά κανόνα, μια ευτελέστατη ιδεολογική προπαγάνδα, που ανάλογη δεν επιβιώνει πια σε άλλη έκφανση του κοινωνικού βίου (μόνο στο ΚΚΕ). «Χριστιανική» αλήθεια λογαριάζεται το αυγουστίνειο σκιάχτρο ενός σαδιστή Θεού, που καραδοκεί στον θάνατο να ικανοποιήσει τη «δικαιοσύνη» του: Να επιβάλει βασανισμούς αιώνιους στον ιδεολογικά απείθαρχο «αμαρτωλό». Αυτό ξέρει σαν εκκλησιαστικό «ευαγγέλιο» η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων σήμερα. Οπότε, οι εραστές της ελευθερίας και ζηλωτές της αξιοπρέπειας καταφεύγουν στην «πολιτική κηδεία».

Δεν έχουμε οι Ελληνες στο κοινωνικό προσκήνιο εκκλησιαστικές παρουσίες να καταθέσουν μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας. Εχουμε εξωπραγματικές χρυσοστολισμένες φιγούρες με αχυρένιο λόγο θρησκευτικής παιδαριωδίας, σε νοητικό επίπεδο χαμηλότερο και της κομματικής ολιγόνοιας. Αυτό το κενό απηχούν οι «πολιτικές κηδείες». Ομως, ανυποψίαστοι για την πάλη «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, δίχως πια την παραμικρή αίσθηση του «ιερού», αίσθηση ότι «λάμπει» αυτό που αγνοούμε και σώζουμε τη συστολή της άγνοιας, χωρίς αυτή την αρματωσιά, πώς να αρνηθούμε τη ζούγκλα για χάρη της κοινωνίας;

Πώς να κάνουμε πολιτική δίχως άξονα αναφοράς της ευθύνης, δίχως κριτήρια αξιολόγησης της ποιότητας; Αν ερχόμαστε από το πουθενά και πηγαίνουμε στο τίποτα, τότε γιατί και ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο γιατρός να μην πάρει φακελάκι, ο τραπεζίτης να μην τοκογλυφήσει, ο υπουργός να μην καταχραστεί, ο κομματάρχης να μην εμπαίξει και απατήσει τους πάντες; Γιατί; Μόνο για την πιστότητα στη σύμβαση, την τήρηση του «κοινωνικού συμβολαίου» - μιλάμε σοβαρά; Εδώ την απειλή βασανιστηρίων αιώνιας κόλασης την ξορκίζουμε με λίγον ορθολογισμό και «πολιτική κηδεία». Θα αντισταθούμε με τη σύμβαση στην ορμέμφυτη ζούγκλα;

Είναι «άθλημα αληθείας» η πολιτική. Δεν συνταιριάζει με την καφρίλα της χρησιμοθηρίας.

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

Τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα


Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,

Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,

Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη

Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε


Αφιέρωση, Μ.Πολυδούρη

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

Bιβλία στα σκουπίδια, του Τ.Θεοδωρόπουλου


Αναγνώστης μού επισήμανε πως στη Γαλλία για να παραλάβει ο μαθητής το βιβλίο του υπογράφει απόδειξη: σε απλά ελληνικά, το χρεώνεται. Αν στο τέλος του χρόνου, όταν το δώσει πίσω, είναι φθαρμένο, αναγκάζεται να το πληρώσει.
Θα μου πείτε, στη Γαλλία ζουν Γάλλοι που μιλούν γαλλικά και ως γνωστόν οι Γάλλοι είναι άνθρωποι μίζεροι, σπαγκοραμμένοι και τόσο στριμμένοι που ούτε το ρο δεν μπορούν να προφέρουν κανονικά. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να τους θεωρούμε πρότυπα, ούτε αυτούς ούτε τους Ελβετούς, που κι αυτοί υποχρεώνουν τα παιδιά τους να υπογράφουν αποδείξεις παραλαβής, ώστε, όταν μεγαλώσουν, να γίνουν τραπεζίτες. Ασε που οι Ελβετοί είναι καλβινιστές, κι αυτό πια δεν χρειάζεται κανένα σχόλιο. Αυτό μιλάει από μόνο του.
Ενώ εμείς εδώ, που δεν είμαστε ούτε Γάλλοι ούτε και καλβινιστές, εξακολουθούμε να μοιράζουμε στα παιδιά μας στην αρχή του χρόνου βιβλία χωρίς να μας νοιάζει τι θα τα κάνουν και αν, τουλάχιστον, θα φροντίσουν στο τέλος της χρονιάς να τα πετάξουν στην ανακύκλωση. Διότι εμείς εδώ έχουμε ανακαλύψει τη χρυσή τομή της εκπαιδευτικής διαδικασίας, το ένα και μοναδικό βιβλίο ανά μάθημα, ώστε ούτε οι δάσκαλοι ούτε και οι μαθητές να ταλαιπωρούνται ψάχνοντας δεξιά κι αριστερά. Ας είναι καλά ο Ιωάννης Μεταξάς, που πρώτος εφάρμοσε την αρχή του ενός και μοναδικού βιβλίου, τον νόμο της βαρύτητας του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Ξοδεύουμε κάτι παραπάνω, όμως «τι να τα κάνεις τα λεφτά, όταν δεν έχεις φράγκο». Κι έτσι κανείς δεν νοιάζεται για τα 32 εκατ. αντίτυπα που βγαίνουν από τα τυπογραφεία ετησίως, τα οποία αντιπροσωπεύουν γύρω στα 10 εκατ. ευρώ. Και κανείς δεν αναρωτιέται πόσες σχολικές βιβλιοθήκες θα μπορούσαν να έχουν εξοπλισθεί αν κάποιος σκεφτόταν να βρει τρόπους για να εξοικονομήσει ένα μέρος αυτών των 10 εκατ. κάθε χρόνο.
Θα μου πείτε, όταν οι στόχοι σου είναι τόσο ψηλοί, όταν το έχεις γινάτι να κατορθώσεις το ακατόρθωτο, τότε δεν σε σταματάει τίποτε.
Αυτά είναι πράγματα που δεν μπορούν να τα καταλάβουν ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Ελβετοί ούτε οι Φινλανδοί που, απ' ό, τι ξέρω, επιτρέπουν στους δασκάλους να διδάσκουν στα παιδιά το μάθημα από όποιο βιβλίο επιλέξουν αυτοί. Διότι στην Ελλάδα του 2011 το ζήτημα είναι αν θα καταφέρουν να τυπωθούν εγκαίρως τα βιβλία που στο τέλος του χρόνου θα μεταμορφωθούν σε παλιόχαρτα, πόσες επιτροπές χρειάζεται να συνεδριάσουν και πόσοι εργάζονται στον ΟΕΔΒ. Κι όταν έχεις να ασχοληθείς με τόσο σοβαρά ζητήματα, πού να βρεις χρόνο για να ασχοληθείς με την ποιότητα του προϊόντος που, ούτως ή άλλως, ανακυκλώσιμο είναι.
Ούτε βέβαια να αναρωτηθείς μήπως κατ' αυτόν τον τρόπο υπονομεύεις τη σχέση του δεκάχρονου παιδιού με το βιβλίο και την ανάγνωση, μια και το ίδιο το σχολείο τού μαθαίνει πως το βιβλίο είναι ένα ευτελές αντικείμενο, χωρίς καμιά αξία, που το βοηθάει ίσα ίσα να βγάλει τον χειμώνα στην τάξη πριν το πετάξει στα σκουπίδια.

Εφημερίδα Τα Νέα

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Αλφαβητάρι, γράμμα Φ


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλή Χρονιά..


Σε όλο το Δυτικό κόσμο οι άνθρωποι κάνουν τα σχέδια τους για την καινούργια σεζόν τον Σεπτέμβριο, την ουσιαστική «νέα χρονιά». Μένει, αυτό το σοφό αντανακλαστικό του κόσμου να γίνει θέσμος.

Διάβασα πρόσφατα σε μια έρευνα οτι ένα από τα λίγα κοινά στον κοινωνικό ιστό των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ότι στις μέρες των γιορτών αυξάνονται τα κρούσματα κατάθλιψης. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει αποκλειστικά για την Πρωτοχρονιά. Οι κάθε είδους απελπισμένοι έχουν εναποθέσει την ελπίδα στο νέο χρόνο. Η κατανόηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει και η συνακόλουθη κατάθλιψη έρχεται με το «Πάει ο Παλιός ο Χρόνος». Στο όνομα αυτών των ανθρώπων ας αλλάξουμε την παρωχημένη ημερομηνία της Πρωτοχρονιάς. Ας τη βάλουμε το Σεπτέμβριο. Το λέω πολύ οοβαρά. Αν κάποιος πάρει τη σχετική πρωτοβουλία, θα του είμαστε αιώνια ευγνώμονες. Το εορταστικό κλίμα των ημερών που δυανύουμε δεν θα διαταραχτεί και πιστεύω ότι μπορεί να αναβαθμιστεί και η πολύπαθη γιορτή των Φώτων, που είναι η αδικημένη της ιστορίας καθώς δεν γιορτάζεται με τη λαμπρότητα που της πρέπει.
Κάποτε η Πρωτοχρονιά είχε νόημα να γιορτάζεται τον Ιανουάριο. Τότε που οι άνθρωποι μετρούσαν τις μέρες με την ανατολή και τη δύση και όχι με το «Καλημέρα Ελλάδα» του Παπαδάκη και το νυχτερινό δελτίο της Λίζας Δουκακάρου. Πιο πολύ και από γιορτή, η Πρωτοχρονιά ήταν κάτι σαν ανάσα ελπίδας, σαν μια προσπάθεια να εξορκιστεί· ο χειμώνας, που ήταν στο φόρτε του. Συμφωνώ οτι η Πρωτοχρονιά υπήρχε στη θέση της πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό είναι λόγος για να τη διατηρήσουμε. Αλλιώς, ας διώξουμε τη Λίζα και ας ξαναφέρουμε την Κέλλυ Σακκάκου.
Τα Χριστούγεννα είναι από μόνα τους αρκετά λαμπερά, οι μπόμπιρες προτιμούν το Pro Enolution της Sony με το τρομερό γραφιστικό από κάποιον Αϊ Βασίλη κι ο Αντένα δεν βγάζει πλέον το νικητή του «Fame Story». Η ίδια η ευχή «καλή χρονιά» είναι εντελώς passe.  Όλοι ξέρουν ότι όταν τα πράγματα πηγαίνουν στραβά, σιγά μην σε σώσει ο καινούριος χρόνος…
Στα αθλητικά η Πρωτοχρονιά είναι μια σκέτη θλίψη.  Οι παικτες παίρνουν ρεπό (ένα, συνήθως τα Χριστούγεννα).  Το χειρότερο είναι ότι τέτοιες μέρες αρχίζει το πανηγύρι των ψηφοφοριών και των βραβείων. Όλα αφορούν στην περασμένη σεζόν, αλλά απ’ τη στιγμή που στο μεταξύ έχει περάσει η μισή τρέχουσα, άντε να βγάλεις άκρη!  Τα κατορθώματα των πρωταγωνιστών είναι τόσο παλιά που νομιζεις ότι δεν έχουν γίνει ποτέ.  Στην ετήσια ψηφοφορία των Ελλήνων αθλητικών συντακτών βραβεύονται συνήθως πρωταθλητές που εντυπωσίασαν όσο ακόμα κρατούσε το καλοκαίρι.  Μπορεί ακούγοντας το όνομα του καλύτερου να μην ρωτάμε «ποιος είναι αυτός;» αλλά το γιατί κέρδισε δεν είναι πάντα αυτονόητο και συχνά επιβάλλεται να στο αναλύσουν!  Ο χρόνος πλέον τρέχει τόσο γρήγορα που ένα εξάμηνο είναι αρκετό για να φέρει τα πάνω κάτω...
Ο Σεπτέμβριος είναι πλέον ο ιδανικός μήνας για να γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά. Ερχόμαστε όλοι ξεκούραστοι απ’ το καλοκαίρι, ενώ τον Ιανουάριο – και μάλιστα λίγες μόνο μέρες μετά την κρεπάλη των Χριστουγεννων – είμαστε όλοι πτώματα.  Ο Σεπτέμβρος επιβάλλει προβληματισμό και προγραμματισμό (αφού καλοκαιριάτικα έχουμε ξεπαραδιαστεί ενώ αντίθετα ο Ιανουάριος φέρνει σκοτούρες – ο δέκατος τρίτος μισθός δεν φτάνει για τίποτα – και σε μερικές περιπτώσεις πανικό (μαζί με τον πρώτο λογαριασμό για το πετρέλαιο).
Ο Σεπτέμβριος αφήνει περιθώρια για σχέδια, ενώ ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που συνήθως συνειδητοποιείς ότι δεν θα κανείς τίποτα απ’ όσα ήθελες και φέτος. Το Σεπτέμβριο οι πόλεις είναι πανέμορφες και οι άνθρωποι ξαναβρίσκονται, ξεκινούν τα νέα προγράμματα των καναλιών και αρχίζουν τα πρωταθλήματα και οι ευρωπαϊκές διοργανώσεις.  Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που οι φίλοι σ’ έχουν κουράσει, που διάφοροι σου λένε να κάνεις δίαιτα, που τα προγράμματα των καναλιών τα έχεις βαρεθεί, που το πρωτάθλημα είναι χάλια και που οι ομάδες μας στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις έχουν κουνήσει μαντίλι.
Δεν χρειάζεται η Πρωτοχρονιά του Γενάρη, τα Χριστούγεννα αρκούν για να βρεθούμε με τους δικούς μας, για να πάμε ταξίδια στο εξωτερικό ή την Αράχοβα (που στοιχίζει περίπου το ίδιο), να χαρτοπαίξουμε, να παρηγορηθούμε εμείς οι γκαντέμηδες ότι κερδίζουμε στην αγάπη, να κάνουμε δώρα, να έχουμε μια ωραία αφορμή για να βαλουμε τα καιά μας και να γίνουμε φέσι.
Η Πρωτοχρονιά, τη στιγμή που έρχεται, είναι, απλά, too much.

Αντώνης Καρπετόπουλος