Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Η κακιά φουρνιά, του Κωνσταντίνου Μαυροματάκη


Οι νέοι μας έχουν ξεφύγει... Είναι αυτό που σκέφτονται πολλοί και απελπίζονται. Κυρίως το πρόβλημα αυτό είναι ορατό στην εκκλησία καθώς οι περισσότεροι νέοι έχουν πια απομακρυνθεί καθιστώντας την εκκλησία ακόμα πιο δυσπρόσιτη και για τους λίγους που έχουν παραμείνει κοντά. Και έτσι σιγά σιγά οι εκκλησιαστικοί χώροι και κύκλοι γερνάνε χωρίς ανανέωση. Το ανησυχητικό για τους πολλούς όμως είναι ότι οι νέοι μας έχουν αποκτήσει κακές συνήθειες. Δηλαδή γίνανε καταστροφικοί, αυτοκαταστροφικοί, εξαρτημένοι από ουσίες, εξαρτημένοι από μηχανές, είναι τεμπέληδες, βρίζουν και το χειρότερο για τους ανθρώπους της εκκλησίας είναι ότι έχουν αναπτύξει μια σεξουαλικότητα ενστικτώδη που φτάνει ως την ομοφυλοφιλία.
Δεν φτάσανε οι νέοι να γίνουν έτσι επειδή απλώς βγήκαν από “κακιά φουρνιά”. Η κοινωνία, ο σύγχρονος τρόπος ζωής και το μεγάλωμα τους έχουν κλείσει όλους τους καλούς διεξόδους. Έτσι αντί να κατηγορούμε τους νέους και τις ιδιαιτερότητές τους ας δούμε τι πραγματικά έφταιξε και τι πρέπει και μπορεί να αλλάξει.

“Εκφράζουν ζωώδη σεξουαλικότητα και αμαύρωσαν την κοινωνία” λένε κάποιοι. Αλλά δεν έγιναν μόνο αυτοί ζώα. Άλογοι γίναμε όλοι και απλός αυτοί το εκφράζουν και μέσα από τη σεξουαλικότητά τους. Όλοι ζούμε σαν αρουραίοι παστωμένοι στις πολυκατοικίες μας. Όλοι στείλαμε τα παιδιά μας να τα μεγαλώσουν ''οι ειδικοί'' στα μαντριά που λέγονται παιδικοί σταθμοί. Όλοι ορμάμε κακαρίζοντας σαν τις κότες σε κάθε τι που “τρώγεται” (χρήματα λέγεται αυτό, προσφορές σούπερ μάρκετ, επιδοτήσεις).
Λοιπόν που ήταν ο λόγος της εκκλησίας όταν οι άνθρωποι αφήσανε τη ζωή τους στο χωριό και πήγαν να αρουραιοποιηθούν στις πόλεις; Που ήταν ο λόγος της εκκλησίας όταν όλοι οι χώροι ομαλής κοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών στις πόλεις γίνανε τσιμεντένιοι περιστερώνες; (μήπως έμεινε και κάποιος εκκλησιαστικός χώρος εντός πόλης ατσιμεντοποίητος για τα παιδιά;) Δεν ήξερε ότι σε ανώμαλο περιβάλλον παιδιά με ανωμαλίες θα μεγαλώσουν; Που είναι οι προτάσεις της εκκλησίας απέναντι στον σύγχρονο ρομποτικό τρόπο ζωής; Η “εκκλησία” όχι μόνο σιώπησε και σιωπά καθ' όλη τη αλογοποίηση των ανθρώπων αλλά ακολούθησε και ακολουθεί πολλές φορές το σύγχρονο αυτό ρεύμα πολύ πιστά.

Πότε επιτέλους θα κοιτάξει να εξετάσει την αρρώστια και θα πάψει να ασχολείται με το σύμπτωμα;
Έτσι όταν βγαίνει μια “κακιά φουρνιά” δεν φταίει το ψωμί. Φταίει ο αγρότης, φταίει ο μυλωνάς, φταίει και ο φούρναρης.


Το πλήρες κείμενο του άρθρου δημοσιεύτηκε στο Αντίφωνο, υπό τον πρωτότυπο τίτλο "Ο Κρυφοχριστιανός"

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Τί είναι η εκκλησία; μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου


Η εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, αλλά θεοΐδρυτη οικοδομή. Η εκκλησία δε σώζεται αλλά σώζει όσους θέλουν. Δεν κάνει επίδειξη ισχύος και δυνάμεως. Ανέχεται, υπομένει καλύτερα. Τη διώκουν αλλά δεν διώκει. Είναι φιλεύσπλαχνη μητέρα και γνωρίζει μόνο να αγαπά. Ο κόσμος δεν γνωρίζει την αξία της γι’ αυτό αδιαφορεί ή και την κτυπά. Η αγκάλη της εκκλησίας έχει αίγλη, θέρμη και εύρος. Μέσα της χωρά και αναπαύει όλους τους μετανοημένους...

Η αποστολή των Χριστιανών στον κόσμο σήμερα δεν είναι καταγγελτική, ανατρεπτική και εισαγγελική. Οι πιστοί αισθάνονται συνυπεύθυνοι για το υπάρχον κακό στον κόσμο. Είναι ανεκτικοί, συμπαθείς και επιεικείς με τους άλλους. Κύριο έργο τους δεν είναι να καταλογίζουν ευθύνες, να παρατηρούν τους άλλους συνεχώς αυστηρά, να μεμψιμοιρούν και να μελαγχολούν για το πολύ κακό των καιρών μας.

Η εκκλησία του Χριστού δεν φοβάται, δεν αισθάνεται ανασφαλής, δεν παίρνει επιθετική ή αμυντική στάση. Υπάρχει σε κάποιους μια φοβία και μια καχυποψία ότι όλοι μας εχθρεύονται και πολύ μας πολεμούν. Η υπερβολική καχυποψία είναι νοσηρή, εγωπαθής και φανερώνει άνθρωπο που δεν έχει εμπιστοσύνη στο Θεό αλλά στον εαυτό του... Άνθρωπος που δεν αγαπά είναι δυστυχισμένος. Η χριστιανική αγάπη είναι πάντοτε διφυής, προς Θεό και άνθρωπο. Η αγάπη αυτή είναι ανιδιοτελής, ουσιαστική και πασίχαρη...

Η εκκλησία δεν χάνει, εμείς χάνουμε. Δεν ζητά οπαδούς αλαλάζοντες και καταχειροκροτούντες. Είναι κατά των οπαδών. Ζητά και έχει παιδιά αγαπητά. Η εκκλησία τηρεί τις υποσχέσεις της. Δεν ξεγέλασε ποτέ κανέναν. Τα είπε όλα από την αρχή καθαρά και ξάστερα. Η εκκλησία θεραπεύει, συγχωρεί, μεταμορφώνει τον λύκο σε αρνί, ανασταίνει, χαριτώνει, παραμυθεί, αγιάζει, σώζει και λυτρώνει. Η εκκλησία ευλογεί και εμπνέει παντού και πάντοτε. Η εκκλησία υπάρχει για όλους. Δεν εκβιάζει κανένα, δεν του τραβά το αυτί. Η εκκλησία υπάρχει και θα υπάρχει. Πολλοί τη φθόνησαν, τη χτύπησαν και τη μίσησαν.

Διατηρείται όμως ακέραια, νικηφόρα παρά την τόση πολεμική, ακόμη και κάποτε και αυτών των ίδιων των εκπροσώπων της. Ο κόσμος αγνόησε τον βαθύ πνευματικό πλούτο της εκκλησίας και ασχολήθηκε με τα κτήματά της. Δεν ήθελε πολύ να μπερδεύεται καθημερινά στα πόδια του. Να την έχει για Χριστούγεννα και Πάσχα και για πολύ έκτακτες ανάγκες. Την εκκλησία μερικοί σήμερα τη θέλουν μόνο για το κοινωνικό της έργο, κάτι σαν παράρτημα του υπουργείου κοινωνικής προνοίας.

Η ορθόδοξη εκκλησία όμως δεν πεισμώνει, δεν κακιώνει, δεν εκδικείται. Συνεχίζει έναν θαυμαστό τρόπο το σωτήριο έργο της, που κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει. Η εκκλησία δεν θυμώνει που δεν της αναγνωρίζουν την αξία της, αλλά λυπάται. Μπορεί να της πήραν την περιουσία της, να της πάρουν και την υπόλοιπη, να είναι δίχως κανένα περιουσιακό στοιχείο, σαν τον γυμνό Χριστό στη Φάτνη και όμως να παραμένει αμύθητα πλούσια. Μπορεί κάποιοι ελάχιστοι εκπρόσωποί της λαθεύουν, όμως δεν παύει να δίνει ορθό νόημα βίου, υψηλούς στόχους, να γεννά Αγίους.

Εφημερίδα "Μακεδονία" 10/1/2011
Πηγή

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

To Άγιον (αμαρτωλόν;) Όρος, του Θαν. Νιάρχου


Δεν υπάρχει περίπτωση να βάλεις το χέρι σου στη φωτιά και να μην καείς. Η μόνη περίπτωση να γίνει το θαύμα και να μην καείς, είναι να είσαι απροσχημάτιστα και αφτιασίδωτα ειλικρινής. Τα σχόλια, κακεντρεχή ή καλόπιστα, η οργή και ο θυμός, η ειρωνεία ακόμη του μικροαστού, του εργάτη, του διανοούμενου, που στο άκουσμα των λέξεων «Άγιον Όρος» απαντά με ένα ύφος «εγώ ξέρω τι συμβαίνει εκεί ψηλά», είναι απλά πασατέμπος για να περνάει η ώρα. Γιατί κανείς Κώστας, Παύλος, Γιώργος, Μήτσος, Ισίδωρος ή Εφραίμ, δεν μπορεί να συκοφαντήσει ή να διακινδυνεύσει το Άγιον Όρος εξαιτίας του. Το Άγιον Όρος δεν είναι τα βιβλία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, του Θέμου Κορνάρου, του Τάκη Παπατσώνη, του Γιώργου Θεοτοκά, του Χρήστου Μαλεβίτση, η τεράστια βιβλιογραφία γι΄ αυτό, ελληνική και διεθνής. Καλά και άγια όλα αυτά, αλλά βαραίνουν ως ένα πούπουλο στη ζυγαριά που γέρνει ασήκωτη όταν στον δεύτερο δίσκο της βάζεις την προσευχή ενός άγνωστου μοναχού. Το Άγιον Όρος δεν είναι ούτε ο πρίγκιπας Κάρολος, ούτε ο σκηνοθέτης Βιμ Βέντερς, ούτε όσοι άλλοι σπουδαίοι και διάσημοι το έχουν επισκεφτεί ή πρόκειται να το επισκεφτούν. Χίλια σαράντα πέντε χρόνια ιστορίας του Αγίου Όρους δεν ξετινάζονται και δεν ξεπουλιούνται (δεν συμφέρει κανέναν μας) οτιδήποτε κι αν ήθελε συμβεί.

«Μα δεν είναι σκάνδαλο και μάλιστα πρώτου μεγέθους αυτά που συνέβησαν με τη Μονή Βατοπαιδίου;», θα σας ρωτήσουν. Σκάνδαλο πρώτου μεγέθους και μάλιστα στη νιοστή. Αλλά όταν ο σκύλος σας κατουράει στο σαλόνι του σπιτιού σας δεν γκρεμίζετε το σπίτι ολόκληρο, καθαρίζετε το μέρος όπου κατούρησε. Με το ίδιο υλικό- τις λέξεις- που γράφεται ένα αριστούργημα, για παράδειγμα οι «Αδελφοί Καραμάζοφ», με το ίδιο υλικό γράφεται και ένα μυθιστόρημα «πορνό». Δεν σημαίνει ότι θα καταργήσουμε τις λέξεις, για να καθαρίσουμε τη λογοτεχνία από τις «πορνό» σελίδες. Το Άγιον Όρος (μαζί, αν επιμένετε, με τα σκάνδαλα που έχουν συμβεί και ενδέχεται να αγνοούμε) είναι επίσης τα εκατομμύρια ώρες προσευχής των μοναχών που τα κόκαλά τους ασπρίζουν στα οστεοφυλάκια, ενώ ανώνυμοι παρέμεναν και τα χρόνια που ασκούνταν και προσεύχονταν .

Tην ιερότητα που εκπέμπει το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου δεν τη συνειδητοποιούμε χάρη στα ερείπια ή τους πρωταγωνιστές της. Τόσο τα πρώτα όσο και τους δεύτερους τους έχουμε γνωρίσει και τους γνωρίζουμε ή θα τους γνωρίσουμε στο μέλλον. Την ιερότητά του τη συνθέτει (ας το σκεφτούμε λίγο) η φωνή των γυναικών και των ανδρών του Χορού, που παραμένουν άγνωστοι την ίδια στιγμή που λειτουργούν, και είναι αυτό που κάνει αμεσότερη την παραπομπή και τη σύνδεσή τους με το αρχαίο πλήθος. Η ανωνυμία είναι που δίνει βάθος στα πράγματα, τα εξαγιάζει. Η επωνυμία τα συκοφαντεί, εν μέρει ή απολύτως, και τα διαφθείρει, γιατί φαίνεται να έχει υποφέρει κανείς (αν έχει υποφέρει), για να γίνει γνωστός. Όσοι λιγότεροι γνωρίζουν πως βασανίζεσαι, ή και κανένας, τόσο μεγαλώνουν οι πιθανότητες, όχι βέβαια να αγιάσεις, αλλά να σωθείς.

Tο Άγιον Όρος είναι η εν ζωή απόδειξη ότι το τρομερό αίσθημα για τη μετά θάνατον ανωνυμία, αντί να πανικοβάλλει, μπορεί να βιώνεται γαλήνια, μεταβάλλοντας το αναπόφευκτο σε ελεύθερη επιλογή. Με τους μοναχούς να τους γνωρίζουμε με το μικρό τους όνομα, όπως έναν γλύπτη ή έναν ζωγράφο, στην πρώτη σειρά του ενδιαφέροντος (και λόγω σκανδάλου βέβαια), το «Φολί Μπερζέρ» είναι ασφαλώς πολύ πιο αθώο. Έκανε το ολέθριο σφάλμα ο ηγούμενος της Βατοπαιδίου να πει πως χρειάζεται τα χρήματα για τα κτίρια της μονής. Αν το Άγιον Όρος, σε όλη του την έκταση, έχει στοιχειώσει και συντηρείται επί χίλια σαράντα πέντε χρόνια χάρη στην προσευχή, τα κτίρια ακόμα και να καταρρεύσουν, δεν πρόκειται να προκληθεί η ελαχιστότερη ζημιά. Με τα κτίρια να ανθίζουν και να λουλουδίζουν (με τέτοιον τρόπο μάλιστα συντηρημένα) ως ένας επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος, όπως έλεγε και ο Αλέξης Μινωτής «η προσευχή αντί να μακραίνει αυθορμήτως, θα κονταίνει απελπιστικά». Υπάρχουν βέβαια οι εκκλησίες για τη μακάρια, απενοχοποιημένη και διακοπτόμενη προσευχή. Το Άγιον Όρος υφίσταται χάριν της «παρανομίας» και της ποιητικής αυθαιρεσίας της συνεχούς προσευχής.

Όπως το έγραψε, άλλωστε, ωραιότατα σε ένα νεανικό του ποίημα ο Κωστής Παλαμάς για έναν μοναχό
"Την έστησες την σκήτη σου στο ξερόβραχο απάνου
κι έζησες εκεί
κάτου από τον ολόβαθο τον ουρανό, μονάχος
με την προσευχή.
Στην πέτρα απάνου ακούμπαγες. Περνάν τα χρόνια.
Φέγγει μέσα σου ο Θεός.
Με το ιερό σου άγγιγμα βαθούλωσε κι ο βράχος
κι έγινε ναός"

Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη»
Εφημερίδα Τα Νέα, 25/09/2008

Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι...


Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει

Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια

Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό

Δώρο ασημένιο ποίημα.


Οδ. Ελύτη
Tο Φωτόδεντρο και η Δέκατη Tέταρτη Oμορφιά, Ίκαρος 1971

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Φωνή αύρας λεπτής… (ΙΙ)


Στην αγρυπνία, µου έδωσαν σχετικά κεντρικό στασίδι. Δίπλα µου ένα κατάλευκο γεροντάκι. Στέκεται όρθιος σαν λαµπάδα, ακίνητος. Καθώς προχωρεί ή αγρυπνία χαλαρώνει. Έχει προφανώς κουρασθεί. Μάλλον κοιμάται. Όχι όμως όπως συνήθως χαλαρωμένος. Κατάσταση παράξενη και ενδιαφέρουσα. Το κεφάλι του γυρµένο στο χέρι. Μάτια κλειστά. Κατά διαστήματα ακούγεται διακριτικό και ήσυχο ροχαλητό. Κάθε τόσο, όμως, μόλις γίνει κάποιο λάθος από τους Ψάλτες, παρεμβαίνει και χωρίς καθυστέρηση το διορθώνει. Και επανέρχεται στην ... ησυχία του. «Το μεν σώμα καθεύδει δια την χρείαν της φύσεως, η δε καρδία του αγρυπνεί δια το πλήθος του ερωτος».
Πράγματι ο νους του αγρυπνεί. Ο άνθρωπος φαίνεται πως ζει αλλού (...)

Η αγρυπνία συνέχισε. Τελείωσε ύστερα από δώδεκα ώρες. Με πλησιάζει ένας γνωστός μου μοναχός:
«Πήρες ευλογία από τον γερο-Αρσένιο;»
«Ποιος είναι αυτός;» απήντησα με απορία.
«Το γεροντάκι που καθόταν δίπλα σου».
Το γεροντάκι που κοιμόταν δίπλα μου, είπα από μέσα μου.
«Έχει το χάρισμα της αλουσίας», συμπληρώνει. «'Έχει δέκα χρόνια να νίψει το πρόσωπό του και μοσχοβολάει ο ίδιος. Είναι πεντακάθαρος. Μένει στο Καλαμίτσι σε ένα ξεροκάλυβο μια ώρα μακριά. Τρέχα πριν φύγει».

Δεν τον πρόλαβα. Πριν από την πανηγυρική τράπεζα είχε εξαφανισθεί για το κελλάκι του. Χόρτασε με τη θεία λατρεία. Δεν του χρειαζόταν ούτε φαγητό ούτε λόγια για να γεμίσει την ψυχή του. Δώδεκα ώρες όρθιος, καθήμενος, κοιμώμενος ρουφούσε πάντως το μέλι της αγρυπνίας...


Το βιβλίο «Φωνή αύρας λεπτής…» του Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εν Πλώ.

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

Ως κηρίον ιμέλιτος, τόν γλυκασμόν σου τών λόγων αποστάξας..


Τή Ι' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού εν Αγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης.

Στίχοι

Η Μούσα Γρηγόριος, ού Νύσσα θρόνος,
Ού Πιερίαν, αλλ' Εδέμ σκηνήν έχει.
Γρηγόριον δεκάτη θανάτου κνέφας αμφεκάλυψεν.

Ήχος δ'

Βίον ένθεον κατορθώσας, θεωρία τήν πράξιν κατελάμπρυνας, θεοφάντορ Γρηγόριε, τήν γάρ σοφίαν φιλήσας έρωτι θείω, εκ στόματος τού Πνεύματος, τήν χάριν κατεπλούτησας, καί ως κηρίον ιμέλιτος, τόν γλυκασμόν σου τών λόγων αποστάξας, αεί ευφραίνεις νοήμασι θείοις, τήν Εκκλησίαν τού Θεού. Διό εν Ουρανοίς, ιεραρχικώς αυλιζόμενος, υπέρ ημών απαύστως πρέσβευε, τών εκτελούντων τήν μνήμην σου.



Η αξία της μεγάλης του προσωπικότητος αναγνωρίστηκε από όλη την Εκκλησία. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, Μ. Βασιλείου, που έγινε το 379, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές πρωτοβουλίες για την κατοχύρωση της ορθοδόξου πίστεως έναντι των Χριστολογικών αιρέσεων της εποχής του. Δυναμική ήταν η παρουσία του στην Σύνοδο της Αντιοχείας το 379 μ.Χ. καθώς επίσης και η αποστολή του στον Πόντο και την Αραβία για την ειρήνευση της Εκκλησίας. Γενικά, ο άγιος Γρηγόριος απέκτησε μεγάλο κύρος, και γι’ αυτό ενδιαφερόταν για την ρύθμιση διαφόρων εκκλησιαστικών υποθέσεων, κυρίως σε δογματικά ζητήματα.

Σημαντική ήταν η παρουσία του στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο, στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ.Χ. Βέβαια, στην Σύνοδο αυτή επικράτησε η θεολογία του αδελφού του, Μ. Βασιλείου, που είχε κοιμηθή δύο χρόνια πριν από την σύγκληση της Συνόδου, αλλά ο άγιος Γρηγόριος αποδείχθηκε ο θεολογικός εκφραστής της Συνόδου.

Κατά την διάρκεια των εργασιών της Συνόδου, ο άγιος Γρηγόριος ανέγνωσε μπροστά στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο μελέτη του, που αντέκρουε τις απόψεις του Ευνομίου, ο οποίος (Ευνόμιος) είχε καταφερθή εναντίον του Μ. Βασιλείου. Συγκεκριμένα ο Μ. Βασίλειος έγραψε εναντίον των αιρετικών θέσεων του Ευνομίου. Η επιχειρηματολογία του Μ. Βασιλείου τόσο πολύ εξέπληξε τον Ευνόμιο, ώστε απήντησε μετά δεκατέσσερα χρόνια με το έργο του “απολογία υπέρ απολογίας”. Τότε, όμως, δεν ήταν δυνατόν να απαντήση ο Μ. Βασίλειος, γιατί βρισκόταν προς το τέλος της ζωής του. Την αποστολή αυτή εξεπλήρωσε με επιτυχία ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Με τρία βιβλία του κονιορτοποίησε στην κυριολεξία τις απόψεις του Ευνομίου, υπερασπιζόμενος τόσο την ορθόδοξη πίστη, όσο και την μνήμη του αδελφού του. Τα συγγράμματα αυτά συγκαταλέγονται στα άριστα αντιαιρετικά κείμενα.

Στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο αναγνωρίστηκε από όλους ως ο κατ’ εξοχήν θεολόγος. Αυτός διάβασε την εισηγητική ομιλία στην Σύνοδο, εξεφώνησε τον επικήδειο λόγο στον Μελέτιο Αντιοχείας, που ήταν Πρόεδρος της Συνόδου, εξεφώνησε την ομιλία κατά την ενθρόνιση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, και όπως πιστεύεται, αυτός έδωσε την τελική μορφή στο Σύμβολο της Πίστεως, αυτός συνέταξε το άρθρο περί του Αγίου Πνεύματος: “Και εις το Πνεύμα το άγιον, το κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το σύν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον το λαλήσαν δια των Προφητών”. Μάλιστα, λέγεται ότι στην εικονογράφηση της Β’ Οικουμενικής Συνόδου ο άγιος Γρηγόριος παρουσιάζεται ως ο πρακτικογράφος της Συνόδου.

Πριν από την λήξη των εργασιών της Συνόδου αυτής ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος εξέδωσε διάταγμα, δια του οποίου ο άγιος Γρηγόριος ορίστηκε ως ένας από τους τρεις επισκόπους, που θα είναι πρότυπο πίστεως για τους επισκόπους του Πόντου, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι όσοι δεν συμφωνούσαν με την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου και δεν είχαν κοινωνία μαζί του, ήταν αιρετικοί.



Απόσπασμα απο το βιβλίο Ζωή μετά τον Θάνατο, Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Φωνή αύρας λεπτής… (Ι)


Στο βάθος διακρίνεται πάνω από τον τρούλο του ναΐσκου επιβλητικός ο Άθωνας. Μια σειρά από χαμηλότερες πλαγιές που απότοµα βουτούν στη θάλασσα δημιουργεί µια ακολουθία από φυσικούς βραχώδεις δρόμους που σε περνούν από τα διάφορα μοναστήρια για να σε οδηγήσουν στο μεγαλείο του αθωνικού όγκου. Αυτός κρύβει σκήτες, κελλιά, σπήλαια, ερημητήρια, ησυχαστήρια, απότακτα ασκηταριά και φυσικά τη μάνα όλων των μοναστηριών, τη Μεγίστη Λαύρα. Αυτός κυρίως κρύβει το μυστήριο της ανθρώπινης ακρότητος και της θεϊκής συγκαταβάσεως, όπως αυτά για περισσότερο από χίλια χρόνια συνεκφράζονται στον ευλογημένο αυτό τόπο. Ενώ το βουνό είναι τόσο ψηλό, νιώθεις τόσο βαθιά μέσα στην αλήθεια. Ενώ ή θέα είναι ανοιχτή, αισθάνεσαι να φιλοξενείσαι στα σπλάγχνα της. 'Εδώ δεν βλέπεις, δεν ψάχνεις την «εκ παρατηρήσεως βασιλεία του Θεου», αλλά ζεις την «εντός σου».

Δίπλα σου ακριβώς ή θάλασσα. Πέλαγος ανοιχτό. Ή απεραντοσύνη της υπογραμμίζει τον προορισμό του κάθε οικιστή του Αγίου Όρους , του κάθε ανθρώπου: να ψάχνει για τα απέραντα, αυτά που δεν έχουν πέρατα, όρια, σύνορα. Όταν είναι τρικυμισμένη, θυµίζει την ένταση της θεϊκής αναζητήσεως. Όταν ηρεμεί, σε μεταφέρει στις «πάντα νουν υπάρχουσες» καταστάσεις που δεν τις επιχειρείς, αλλά σου χαρίζονται ως «άνωθεν» δώρα• σου προσφέρονται ως παράκληση στους τρικυμισμένους αγώνες σου και ως ενίσχυση στην ασυνθηκολόγητη άσκηση σου.

Στην άκρη συχνά διακρίνεται το ακρωτήριο της Σιθωνίας µε τα τελευταία χωριουδάκια της -µια υπενθύμιση ότι κάπου υπάρχει και ο κόσμος. Όταν η ατμόσφαιρα είναι καθαρή και η ορατότητα μεγάλη, μπορείς να δεις και τις βόρειες Σποράδες αραδιασμένες στον ορίζοντα της θάλασσας. Όταν όμως η πνευματική ορατότητα είναι μεγάλη, δεν βλέπεις τίποτα από αυτό τον κόσμο. Αντικρίζεις µόνο τις νησίδες του θεϊκού μυστηρίου να κολυμπούν στον ωκεανό του ελέους του Θεού και της οικονομίας Του...



Το βιβλίο «Φωνή αύρας λεπτής…» του Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εν Πλώ.