Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς...


Καὶ νὰ ἀδελφέ μου ποὺ μάθαμε νὰ κουβεντιάζουμε ἥσυχα κι ἁπλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δὲν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αὔριο λέω θὰ γίνουμε ἀκόμα πιὸ ἁπλοί.
Θὰ βροῦμε αὐτὰ τὰ λόγια ποὺ παίρνουνε τὸ ἴδιο βάρος 
σ᾿ ὅλες τὶς καρδιές, σ᾿ ὅλα τὰ χείλη.
Ἔτσι νὰ λέμε πιὰ τὰ σύκα-σύκα καὶ τὴ σκάφη-σκάφη.
Κι ἔτσι ποὺ νὰ χαμογελᾶνε οἱ ἄλλοι καὶ νὰ λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σοῦ φτιάχνουμε ἑκατὸ τὴν ὥρα.»
Αὐτὸ θέλουμε κι ἐμεῖς.
Γιατὶ ἐμεῖς δὲν τραγουδᾶμε γιὰ νὰ ξεχωρίσουμε ἀδελφέ μου ἀπ᾿ τὸν κόσμο.
Ἐμεῖς τραγουδᾶμε γιὰ νὰ σμίξουμε τὸν κόσμο...


Γ. Ρίτσος - Καπνισμένο Τσουκάλι

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή Πόλις...



Βασιλεύς Βασιλέων, Βασιλεί Βοήθει, έλεος, έλεος Επουράνιε Θεέ
Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος, έλεω Θεού Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων.
Στην πύλη του αγίου Ρωμανού, καβαλικά την φάρα του την ασπροποδαράτην,
Τέσσερα Βήτα, έλεος, έλεος, Μαρμαράς, Βόσπορος και Μαύρη Τρίτη
Φρίξον ήλιε, στέναξον γη, Εάλω ή πόλη, Εάλω η πόλη
Βασιλεύουσα, πύλη χρυσή κι ο πορφυρογέννητος στην κόκκινη μηλιά.
Η πόλη ήταν το σπαθί, η πόλη το κοντάρι, η πόλη ήταν το κλειδί της Ρωμανίας όλης
Σώπασε Κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις,

πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά Σου θάναι.


Θά 'ρθεις σαν αστραπή 
Σταμάτης Σπανουδάκης

Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Η έναστρη φωτεινότητα...


Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη 
με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο 
μ' εκείνα τ' ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια 
στο μισοσκέπαστο ερημόκκλησο σέρνοντας 
τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας 
ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση-: πως είμαστε 
καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού 
μ' ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας 
πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα του Άδη. 

 Νίκος Καρούζος

Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Να ΄χω έναν τάφο να πηγαίνω...


Δεν είναι πόλεμος αυτό που μας βρήκε κύριε Ταξίαρχε, ντροπή είναι..
Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες;
Θέλω να τον κηδέψω στο χωριό, τον περιμένει όλο το χωριό.
Δεν γυρίζω μονάχος.
Το σπίτι μου καμμένο, να ΄χω έναν τάφο να πηγαίνω...

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Ζέφυρος


Με κλειστά τα μάτια πάντα τραγουδάω 
γιατί στην καρδιά μου ο Ζέφυρος φυσά. 
Έλα σκόρπισέ με Ζέφυρε σαν στάχτη 
σ' ολονών τα βάθη τα επτασφράγιστα. 

Τα τραγούδια παίρνουν κάτι απ' την ψυχή μας 
και το μεταφέρουν στο στερέωμα 
Όπου αναβοσβήνει σα θλιμμένο πάλσαρ
και το δρόμο δείχνει, για τους ναυαγούς.

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Τώρα είναι αργά, του Γιάννη Τριάντη


Η ανάφλεξη στο κέντρο της Αθήνας προϊδεάζει για έναν αιματηρό πόλεμο. Το επόμενο υποψήφιο θύμα δεν θα προσπαθήσει να αμυνθεί, όπως ο 44χρονος που μαχαιρώθηκε έξω από το σπίτι του. Θα τραβήξει πιστόλι.

Αδιαφορώντας πλήρως αν έχει απέναντί του μικροκλέφτες, τρελαμένα «τζάνκια» ή συμμορίες οποιασδήποτε εθνικότητας... Τώρα είναι αργά για θρήνους και κλαυθμηρισμούς. Οταν οι φτωχογειτονιές του κέντρου κατακλύστηκαν βιαίως από εγκλωβισμένους μετανάστες εν απογνώσει, και τα ποικίλα αγριόχορτα -οι εκδοχές της ημέτερης και ξένης εγκληματικότητας- καθήλωναν και έπνιγαν τους παλιούς κατοίκους, Ελληνες και μετανάστες πρώτης γενιάς, η πολιτεία βύζαινε το δάχτυλό της. Και ένα μεγάλο μέρος των προοδευτικών (κομμάτων, οργανώσεων κ.ά.) έδειχνε μονομερώς το κήδος και την ευαισθησία του, περιφρονώντας σχεδόν προκλητικά την αγωνία, τις εκκλήσεις και τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής. Φευ, το κενό που δημιουργήθηκε το κάλυψε συν τω χρόνω η φαιά «Χρυσή Αυγή»... Αλλά και πάλι -όταν η κατάσταση στον Αγιο Παντελεήμονα έφτασε στο απροχώρητο, και οι εκλογές έδειξαν ανατριχιαστικά προς τα πού πάνε τα πράγματα -η εν λόγω χορεία των προοδευτικών αγρόν ηγόραζε. Νόμιζε ότι αρκούν οι καταγγελίες εναντίον των φαιών ομάδων που λυμαίνονται την περιοχή, καθώς και οι εκκλήσεις στα δημοκρατικά αντανακλαστικά των κατοίκων, να κατανοήσουν τις βαθύτερες αιτίες της μετανάστευσης. Οι κάτοικοι ασφυκτιούσαν, πνίγονταν, πέθαιναν, και οι «καλές προθέσεις» έπαιζαν το άηχο βιολί τους... Εστω και τώρα, η ένοχη και αβέλτερη πολιτεία, ας αναχαιτίσει τουλάχιστον τις εγκληματικές ορδές που «πήραν το νόμο στα χέρια τους», δέρνοντας, τρομοκρατώντας και σκοτώνοντας μετανάστες. Εστω αυτό. Διότι το γενικό πρόβλημα -του κέντρου και της μετανάστευσης- είναι αργά για να λυθεί...

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Το γεφύρι της Άρτας..


Η χειμωνιάτικη λιακάδα φώτιζε τις σελίδες της κυριακάτικης εφημερίδας. Πολύ χαρτί, περισσότερο μελάνι και λιγότερα νέα. Το βλέμμα αδιάφορα περιτριγυρίζει ανάμεσα σε γράμματα, σχήματα, εικόνες και χρώματα. Ζητά πρόκληση για να σταθεί. Ψάχνει για κάτι ουσιαστικό που σπάνια πλέον συναντά. Ξαφνικά το νωχελικό γύρισμα της σελίδας σταματά. Μια εικόνα γίνεται αιτία, το ενδιαφέρον να πατήσει φρένο στην αδιαφορία και το βλέμμα να κοντοσταθεί μπροστά της.

Ένα γεφύρι της εποχής της τουρκοκρατίας και μια σύγχρονη γέφυρα, κατασκευαστικό έργο των τελευταίων είκοσι ετών. Το παλιό γεφύρι όμορφο, στητό, αγέρωχο, λες και η κομψή καμπύλη του, είναι δεμένη με νήμα αόρατο που η άλλη άκρη του χάνεται στου ουρανού τα βάθη. Η σύγχρονη γέφυρα, αρκετοί τόνοι μπετόν, ριγμένοι μέσα στο ρέμα, αφού η τελευταία νεροποντή παρέσυρε μαζί με τη γέφυρα, τη μελέτη, την επίβλεψη, τα σύγχρονα ανθεκτικά υλικά, τα μηχανήματα με τις φοβερές κατασκευαστικές προδιαγραφές και μερικά εκατομμύρια που δαπανήθηκαν. Κάτω από την εικόνα ένα μικρό κείμενο, σαν τραπέζι του πινγκ-πονγκ έμοιαζε, που ο ένας πέταγε το μπαλάκι της ευθύνης στον άλλον. Ο δήμαρχος πέταξε την ευθύνη στο νομάρχη, ο νομάρχης με τη σειρά του στο υπουργείο, το υπουργείο στην κατασκευαστική εταιρία και η εταιρία στον κακό (μας) τον καιρό. Συνήθως φταίνε η προηγούμενοι, αλλά πάντα την πληρώνουν οι επόμενοι… 

Μειδίασα βλέποντας τα πνευματικά γονίδια του Αδάμ, εγκατεστημένα στο σκληρό δίσκο. Η μετακίνηση όμως του βλέμματος από το κείμενο στην εικόνα συνέλαβε τον πραγματικό δράστη. Κοίταξα με προσοχή το παλιό γεφύρι και τότε χτύπησε την πόρτα της σκέψης μου ο πρωτομάστορας του γεφυριού της Άρτας. Εκείνος που θυσίασε την όμορφη γυναίκα του στα θεμέλια του έργου. Αυτό τελικά απουσιάζει από τα έργα μας, η θυσία, ο κόπος, η προσφορά. Ο πρωτομάστορας έκανε το έργο του βωμό, ιερό θυσιαστήριο, πάνω στο οποίο θυσίασε και θυσιάστηκε. Γι’ αυτό το έργο του έχει ψυχή και παραμένει αθάνατο. Κάθε πέτρα του γεφυριού είναι κολλημένη με τον ιδρώτα του κόπου του και το αίμα της αγάπης του. Τα δικά μας έργα είναι διαποτισμένα από τον εγωισμό μας και στηριγμένα στο συμφέρον και την απάτη και γι’ αυτό είναι καταδικασμένα σε θάνατο. Τρανό παράδειγμα τα ίδια μας τα παιδιά. 

«Εάν έβαζα θυσία, τα έργα των χειρών μου δε θα ήτανε χάρτινα είδωλα νεκρά», σκέφτηκα και… γύρισα σελίδα.

Περιοδικό Ευροκλύδων 
Τεύχος 35, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2011

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Πλήρης ών τής αγάπης πλήρης γέγονε καί τής θεολογίας...

Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού υπαγορεύει στον μαθητή του Πρόχορο
Μανουήλ Πανσέληνος, Προτάτο Αγίου Όρους

Τή Η' τού αυτού μηνός, Μνήμη τού Αγίου ενδόξου Αποστόλου καί Ευαγγελιστού, επιστηθίου, φίλου, ηγαπημένου καί παρθένου, Ιωάννου τού θεολόγου, ήτοι, η σύναξις τής Αγίας κόνεως, τής εκπεμπομένης εκ τού τάφου αυτού, ήγουν τού μάννα.



Ήχος β'


Τόν υιόν τής βροντής, τόν θεμέλιον τών θείων λόγων, τόν αρχηγόν τής θεολογίας, καί κήρυκα πρώτιστον, τής αληθούς δογμάτων Θεού σοφίας, τόν ηγαπημένον Ιωάννην καί παρθένον, μερόπων γένος κατά χρέος ευφημήσωμεν, Ούτος γάρ άληκτον έχων τό θείον εν εαυτώ, τό εν αρχή μέν έφησε τού Λόγου, αύθις δέ, τό πρός τόν Πατέρα αχώριστον, καί τό ίσον μετά ταύτα τής τού Πατρός ουσίας, δεικνύων ημίν δι' αυτού, τήν ορθοδοξίαν τής Αγίας Τριάδος, δημιουργόν τε όντα σύν τώ Πατρί, καί ζωήν φέροντα, καί φώς αληθινόν, τόν αυτόν έδειξεν ημίν, Ώ θαύματος εκστατικού, καί πράγματος, σοφιστικού ότι πλήρης ών τής αγάπης πλήρης γέγονε καί τής θεολογίας, δόξη καί τιμή καί πίστει, θέμεθλος υπάρχων, τής ακραιφνούς ημών πίστεως, δι' ής τύχοιμεν τών αιωνίων αγαθών, εν τή ημέρα τής κρίσε 


Μηναίο μηνός Μαΐου

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Στο καλό, καλέ μας άνθρωπε...


Η συνάντηση πρωινή, στο διαμέρισμα της Ηπείρου, στην Αγία Παρασκευή, στον 4ο όροφο. Την πόρτα ανοίγει ο ίδιος ο Θανάσης Βέγγος και με αργά, προσεκτικά βήματα μάς οδηγεί στο καθιστικό. Ενας καναπές, δυο πολυθρόνες, με περιποιημένο λευκό - κρεμ προσκεφάλι. Παλιά συνήθεια, που υπογράμμιζε την έγνοια της νοικοκυράς για το σπίτι και για τα έπιπλα... Ενα μανουάλι, εικόνες, ποικίλα έπιπλα, ένας μεγάλος πίνακας με προσωπογραφία του Θανάση Βέγγου δεσπόζει. Ευχάριστη θέα από τα παράθυρα.

«Φοβάμαι, ότι αυτόν τον καιρό, λόγω της ταινίας (σ. σ. εμφανίζεται στην “Ψυχή βαθιά” του Παντελή Βούλγαρη) έχετε εκτεθεί στον Τύπο περισσότερο από ό, τι αντέχετε», ξεκινώ διστακτικά, έτοιμη να κρατήσω σημειώσεις. Δύο πράγματα μπορούν (μπορούσαν) να προκαλέσουν πανικό στον Θανάση Βέγγο: η σκόνη, κατάλοιπο της Μακρονήσου, και τα δημοσιογραφικά μαγνητόφωνα. Στα 83 του, μοιάζει συμφιλιωμένος και με τα δύο...

...διηγιόταν, μιλούσε με ένταση, τόνιζε και «τράβαγε» τις συλλαβές, συνοδεύοντας με μικρές νευρώδεις κινήσεις, τινάγματα, στα χέρια και στο κεφάλι, κάθε επεισόδιο της ζωής του. «Ετρεχα σε όλη μου τη ζωή με 300… Αλλά δεν έκοψα ποτέ το νήμα γιατί συνεχώς μου το μετακινούνε. Ολο πλησίαζα και όλο μου το πήγαιναν λίγα μέτρα πιο κει…»

Η συζήτηση δεν υπακούει σε τυπικές προδιαγραφές. Οι φράσεις μπορούν να μένουν μισοτελειωμένες, να περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, να παρατηρούμε μαζί τις οικογενειακές φωτογραφίες...

«Ο Βούλγαρης, ο Κούνδουρος, ο Κατσουρίδης, έφεραν τη ζωή μου άνω κάτω. Ειδικά ο Κούνδουρος. Είμαστε μαζί στη Μακρόνησο. Μου είπε: “Θανάση, θα γυρίσω μια ταινία και θα σε βάλω να παίξεις”. Τι λέει ο άνθρωπος; Σκέφτηκα. Υστερα από χρόνια εμφανίζεται ο Κούνδουρος στην Καλλιθέα όπου δούλευα σε ένα πατάρι επισκευάζοντας τσάντες γυναικείες, πορτοφόλια και με έκανε ηθοποιό». 1954 και «Μαγική πόλη». Ο Θανάσης, όπως λέγεται ο ήρωας, είναι σπαρακτικά καλός. Τον πνίγει το δίκαιο του αδικημένου, δεν αντέχει τον θρίαμβο του άδικου.

Εμφανίζεται διακριτικά η κυρία Ασημίνα Βέγγου. Με την άκρη του ματιού, έβλεπα τη φιγούρα της να πηγαινοέρχεται στα δωμάτια, ολοκληρώνοντας τις πρωινές δουλειές του σπιτιού. «Η γυναίκα μου», τη συστήνει υπερήφανα.
«Θα πάρετε κάτι;»
«Νερό, ευχαριστώ πολύ»
«Και καφέ, φέρε και καφέ», παρεμβαίνει ο οικοδεσπότης.

«Που λέτε, μη δω σκόνη και στραβό πράγμα», συνεχίζει ο Θ. Βέγγος ισιώνοντας την άκρη ενός σεμέν. «Η σκόνη στη Μακρόνησο ήταν άλλο πράμα. Από τα μαγειρεία, για να πας στο αντίσκηνο, ο αέρας έπαιρνε τα φασόλια από την κατσαρόλα και έμενε μόνο η σκόνη».
Πώς ήταν η καθημερινότητα στη Μακρόνησο; «Επρεπε να σας δείξω μια φωτογραφία κάτω από την οποία ο Κούνδουρος έγραψε: “Το παρόν ονομάζεται φαντάρος”». Τι έπρεπε να διαθέτετε για να βγάλετε πέρα τη ζωή σας εκεί; «Αντοχή και ψυχραιμία. Ηταν πέντε τάγματα. Ημουν στο δεύτερο. Πέρασαν πολλοί επώνυμοι άνθρωποι. Κάθε μέρα 11 με 12 πηγαίναμε στο βουνό της Μακρονήσου και μαζεύαμε αφάνες για τη φωτιά. Επρεπε να μαζεύουμε τέσσερις με πέντε».

...Ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Λαζαρίδης έχει αφηγηθεί το εξής περιστατικό: «Στις δοκιμές του “Τρελού του Λούνα Παρκ” (1970) ο Θανάσης έπρεπε κάποια στιγμή να σταματήσει τις τρεχάλες πάνω στη σκηνή για να τον παρακολουθήσει και ο θεατής. “Δάσκαλε, αδύνατο να φρενάρω. Είμαι ηθοποιός ανοιχτής θάλασσας, κατάλαβέ το”, έλεγε στον Μιχαηλίδη, τον σκηνοθέτη του...

...δούλεψε σκληρά για να επιβιώσει, βίωσε εξορίες και απώλειες. Ως «πολίτης β κατηγορίας» έκανε καριέρα. Δεν έχει καμία σχέση με τη δημοφιλία των σημερινών σταρ... Ο Θανάσης Βέγγος είναι φτιαγμένος από πραγματικά υλικά. Ζει αποτραβηγμένος, όχι από στυλ αλλά από ανάγκη. Οσο και να τον στριμώχνει η αδυναμία του να τρέξει, έχει ήδη διανύσει τόσα χιλιόμετρα που μπορεί να απολαμβάνει τη συντροφιά των οικείων του, χωρίς ενοχές. Δεκαετίες τώρα το έργο του παραμένει μοναδικό στην αυθεντικότητά του: χαρτογράφησε, σε αυτήν την ξέφρενη πορεία του, τη μεταπολεμική Ελλάδα, το μελόδραμα και τη φαρσοκωμωδία, την παράγκα και το σεράι της.

Ομως, μπορεί να εμφανίζεται στην «Ψυχή βαθιά» σε μια μόνο σκηνή, ως παππούς που αναζητάει τη σορό του εγγονού, να λέει «δεν είναι πόλεμος αυτός, ντροπή είναι» και στο βλέμμα του να κλείνει την αλήθεια μιας εποχής.
«Ο Παντελής μού έστειλε ένα σημείωμα ότι γυρίζει την ταινία και θα ήθελε να εμφανιστώ. Είκοσι πλάνα όλα κι όλα. Αλλά με ήθελε κοντά του. Μου λέει ο μικρός μου γιος, ο Χάρης, πατέρα ούτε να το συζητάς. Πρέπει να πας. Και πήγα. Παρά το γεγονός ότι έχω στην πλάτη μου αρκετά εγκεφαλικά επεισόδια… Θυμάστε και το ατύχημα με το τρένο; Γυρίζαμε με τη γυναίκα μου από την Κόρινθο. Εκείνη κινδύνεψε πολύ. Εκ των υστέρων κατάλαβα πόσο πολύ. Οτι είναι σήμερα καλά οφείλεται κυρίως σε έναν γιατρό που το πήρε προσωπικά και δεν έφυγε από δίπλα της.»

– Πόσα χρόνια είστε μαζί;
– 45…
– Πώς είπατε; Διορθώνει η κυρία Ασημίνα. Πενήντα δύο, παρακαλώ! Από τα 19 μου.
– Πώς γνωριστήκατε;
– Της πήγαινα πάγο στο σπίτι. Δούλευα σε γαλακτοπωλείο. Ανέβαινα το λόφο Σκουζέ με 100 χιλιόμετρα. Πιστέψτε με! Με τον πάγο στο χέρι. Η μία πόρτα άνοιγε, η άλλη έκλεινε. Είστε πολύ καλή, της έλεγα. Μακάρι να ήταν όλες οι πελάτισσες σαν κι εσάς.
– Τι σας συγκίνησε πάνω του; Απευθύνομαι στη σύζυγο.
– Τα ωραία πράσινα μάτια του. Η λάμψη από ευγένεια, καθαρότητα και καλοσύνη που εξέπεμπαν...
– Ε, και τρέλα! Μια δόση τρέλας, υπήρχε, χαμογελάει ο Θ. Βέγγος.
– Χαλαρώνατε ποτέ;
– Οχι! Τώρα μόνο, αναγκαστικά…
– Τι σας ενοχλεί σε αυτό;
– Οτι καταφθάνει η ώρα μηδέν…

Είναι στιγμές που το βλέμμα του υγραίνεται. Γεμίζει από εικόνες, ιστορίες, συναντήσεις. Δεν το δηλώνει ευθέως, αλλά κουράζεται. Θα καταρρεύσει προκειμένου να μη γίνει αφιλόξενος. Καταλαβαίνω γιατί σηκώνει το τηλέφωνο ο μικρότερος γιος, ο Χάρης, δημιουργώντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον πατέρα του...
– Πείνασα πολύ κι εγώ και η οικογένειά μου. Πολλά χρόνια. Μην κοιτάτε πού μένω τώρα. Γεννήθηκα στο Νέο Φάληρο, το ’27. Για μια 20ετία η φτώχεια ήταν πολύ μεγάλη. Στην αρχή, με τη γυναίκα μου, μέναμε σε ένα δωμάτιο.
– Εχετε περάσει και καλά στη ζωή σας όμως;
– Ναι, ασφαλώς, Απέκτησα δυο γιους, τον Βασίλη, πενήντα ετών, και τον Χάρη, 40. Από τον Βασίλη έχω δύο εγγόνια που λατρεύω. Την Αγγελική και τον Θανασάκο.
Στις φωτογραφίες απέναντι, χαμογελούν αφοπλιστικά. Και από το διπλανό τραπέζι, από τον τοίχο, παντού, συντροφεύουν τον παππού όταν δεν είναι κοντά του.
– Τι κρατάτε από τη ζωή σας;
– Οτι με αγάπησαν 4 εκατομμύρια άνθρωποι και με μίσησαν τρεις. Νομίζω ότι δεν θα είναι παραπάνω.


Μας υποδέχτηκε στο διαμέρισμα της Ηπείρου με μια, απρόσμενη για τους καιρούς, καλοσυνάτη οικειότητα. Μας αποχαιρέτησε επιμένοντας να έρθει, μαζί με την κυρία Ασημίνα, ώς την εξώπορτα. Και να περιμένουν μαζί μου το ασανσέρ. «Μα δεν υπάρχει λόγος...», ψέλλισα. «Βεβαίως και υπάρχει», παρατήρησε...


Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του Θ. Βέγγου δημοσιέυεται στην Καθημερινή της Κυριακής 01 Νοεμβρίου 2009