Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Μοιρολόι



Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Μεταξωτοί άνθρωποι, του Γιάννη Τριάντη


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...

Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...

Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...

Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του. Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.

Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...

Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα», Πέμπτη 25/11/2010.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Σαν σήμερα..

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Get closer..

Χρειάζεται να μεταμφιεζόμαστε για να έρθουμε πιο κοντά;




Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Έφυγε ο ποιητής του φακού και του λόγου..


Πανταχού παρών με τον φακό του, ακόμα και σε πολύ κρίσιμες στιγμές του τόπου, ο Κώστας Μπαλάφας απαθανάτιζε τον μόχθο και τον αγώνα επιβίωσης του Ελληνα στην ύπαιθρο με πάθος και ποιητική διάθεση. Την Κυριακή ο σημαντικός έλληνας φωτογράφος έφυγε από τη ζωή αφήνοντας πίσω του μια σημαντική παρακαταθήκη.

Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφία και τη φωτογραφική μηχανή, όπως διηγείται ο ίδιος πάντα, ήταν στα δεκατρία του χρόνια. Είχαν έρθει κάτι συγγενείς του αφεντικού από την Αμερική και αυτός, για να τους ευχαριστήσει, τους πήγε στην Πάρνηθα. Μαζί τους οι ξένοι είχαν μια μικρή φωτογραφική μηχανή Μπράουν της Κόντακ. Κάποιος έπρεπε να κρατάει τη μηχανή για να τραβήξει τις οικογενειακές τους φωτογραφίες και έτσι ο μαγαζάτορας πήρε και τον νεαρό υπάλληλο του μαζί... «Οταν κατάλαβα ότι αυτό το μηχάνημα που κρατούσα στα χέρια μου μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα επάνω σε χαρτί ό,τι έχω ζωντανό μπροστά μου, μαγεύτηκα...» είχε πει ο ίδιος.

Το 2008 δώρισε το φωτογραφικό αρχείο του στο Μουσείο Μπενάκη χωρίς ανταλλάγματα, παρά μόνο με μία παράκληση: «Να το προσέχουν» – 15.000 ασπρόμαυρα αρνητικά από το 1939 ως το 2000 αλλά και 60 ταινίες μικρού μήκους έτοιμες για ψηφιακή επεξεργασία, προκειμένου να διασωθούν η καθημερινότητα, τα ήθη και τα έθιμα της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδας.

Αυτός ο ποιητής του φακού και του λόγου είχε πει όταν αποχαιρέτισε το αρχείο του:  «Δεν είναι ένα αρχαίο κομμάτι. Είναι η ίδια η ζωή μου. Και το 'δωσα με μία συμφωνία, να το προσέξουν. Γιατί δεν είναι φωτογραφίες της τύχης, είναι φωτογραφίες που στιγμάτισαν τον νου και την καρδιά. Και μετά πέρασαν στο χαρτί».

Αυτό που κάνει μια φωτογραφία σπουδαία, είχε πει, είναι το να φωτογραφίζεις αυτά που δεν φαίνονται: «Η φωτογραφία είναι μια δύσκολη τέχνη επειδή είναι εύκολη».








Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

Επιτέλους..

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2011

Αλήθεια, θυγατέρα του Χρόνου τoυ Νίκου Γ. Ξυδάκη


Οι μέρες της κρίσεως κυλούν αργά, βασανιστικά. Οι Ελληνες μετεωρίζονται αβέβαιοι, έρμαια του συνοφρυωμένου γέροντα Χρόνου, του αμφίβουλου Καιρού, κακόβουλου στο δικό μας παρόν. Σαν χάρτινα αθύρματα μας σηκώνει και μας στροβιλίζει ο Χρόνος, κρατώντας στα χέρια του δρεπάνι και κλεψύδρα, υπενθυμίζοντάς μας τη ματαιότητα του βίου αλλά και ότι ήμασταν ανέτοιμοι ακόμη και να αναλογισθούμε την κρίση.

Ενύσταξαν οι Ελληνες και εκάθευδον, σαν τις μωρές παρθένες του Ευαγγελίου, κρατώντας λαμπάδες χωρίς λάδι. Απέμειναν καθεύδοντες, με αδειασμένο κράτος, αδειασμένο από νόημα, χωρίς δομή και ζωτικότητα, χωρίς αποτέλεσμα. Απέμειναν καθεύδοντες, μαλθακοί και φενακισμένοι κι οι ίδιοι, ανεχόμενοι αχρείους άρχοντες και αλληλοεξαχρειούμενοι.

Ωστε όταν ο Αποκαλύπτων Χρόνος απεκάλυψε την κόρη του Αλήθεια, αυτή ήταν οδυνηρή για τους καθεύδοντες. Η αλήθεια απεκαλύφθη όχι μόνον ως ματαιότητα βίου, αλλά και ως κατάπληξη και πόνος. Και ως πικρή επίγνωση: οι Ελληνες ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν κράτος, ότι κατόρθωσαν να το φθείρουν, να το ευτελίσουν μέχρις αφανισμού, μέχρι το σημείο να αγκομαχούν πια τα σχολεία, τα νοσοκομεία, οι συγκοινωνίες. Το άφησαν, το εγκατέλειψαν τρόπαιο στους προύχοντες κηφήνες στους λεηλάτες, να το διαμοιράζουν σαν λεία, κουρέλι κουρελάκι, εν όσω οι ίδιοι μετέπιπταν σε πλιατσικολόγους, μάζα πληβείων άβουλων και κυριαρχούμενων, εθελόδουλων. Συνέχεαν την ασυδοσία του πληβείου με την ελευθερία του πολίτη.

Ενώπιον του δραπάνου, λοιπόν. Για κούρεμα ή για αποκεφαλισμό. Αλλά και ενώπιον της κλεψύδρας, η οποία ρέει διαδοχικά αμφίδρομα· όταν στραγγίξει η άμμος κατά τη μία φορά, ο γέρων Χρόνος θα την αναστρέψει και θα αρχίσει νέα ροή. Το αβάσταχτο παρόν θα παρέλθει, θα περάσει μέσα απ' τις ζωές μας, ο πόνος θα τελειώσει, θα αρχίσει νέα ροή, καθαρτήρια, λυτρωτική, αναγεννητική. Η αλήθεια πονά όταν αποκαλύπτεται, συντρίβει και ύστερα γιατρεύει, αναγεννά. Τη λέμε Filia Temporis, Θυγατέρα του Χρόνου. Μητέρα της ελπίδας.