Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά, του Γ.Μπέζου


Έχουμε όλοι μας προσέξει -φαντάζομαι- ότι η λέξη «πατρίδα» σημαίνει για τους νεώτερους αλλά και για πολλούς γεροντοεφήβους, οπισθοδρόμηση, συντηρητισμό, χούντα, εμβατήρια, σχολικές γιορτές κλπ κλπ.

Αυτό συμβαίνει διότι -κατά τη γνώμη μου- υπάρχει άρνηση να καταπιαστούμε με την έρευνα του τί εννοεί η λέξη. Στο γενικότερο πλαίσιο, λοιπόν, της ραθυμίας και της δήθεν προοδευτικότητας που μαστίζουν τη χώρα μας, πετάμε εύκολα στον σκουπιδοτενεκέ ό,τι αγνοούμε και κυρίως ό,τι μας φοβίζει.

Φυσικά με την πρώτη δυσκολία το βρίσκουμε πάλι μπροστά μας… Πατρίδα δεν είναι τα γεωγραφικά μας σύνορα. Είναι ο τρόπος που ζούμε, που σκεπτόμαστε, που αισθανόμαστε, που χαιρόμαστε για πράγματα της καθημερινότητας, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε και που μας δένει σαν παλαμάρι με το παρελθόν και τον υπόλοιπο κόσμο, είναι η πίστη που συνομολογούμε και που αφορά στον καθένα ξεχωριστά, είναι ο τρόπος που θρηνούμε τους νεκρούς μας, είναι οι ματιές μας που ακουμπούν μεταξύ τους με έναν ιδιαίτερο τρόπο.

Είναι όλη η ιστορία του τόπου μας που επιδεικτικά αγνοούμε. Είναι το κλίμα. Είναι ο αέρας που αναπνέουμε. Υπερασπίζομαι ή έστω αγαπώ την πατρίδα μου δεν σημαίνει ότι κάνω αγγαρεία για το κράτος. Το κράτος είναι απρόσωπο. Ο πολίτης έχει (είναι πρόσωπο) και υποχρεούται να μάχεται για τον τόπο του και για τον τρόπο που επέλεξε να ζει. Οι έλληνες βλέπουν την Ελλάδα ως «φιλέλληνες» έλεγε ο Γιάννης Τσαρούχης. Είχε επικίνδυνα δίκιο.

Θυμίζω ότι ο μέγας Αισχύλος στον τάφο του δεν ζήτησε να γράψουν ότι ήταν ο δημιουργός της Ορέστειας. Ζήτησε να γράψουν ότι πολέμησε στη μάχη του Μαραθώνα. Μια μάχη που  γιορτάσαμε με θόρυβο, αγνοώντας φυσικά την σημασία της.

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Στο ναό, της Μάρως Βαμβουνάκη



Ακούω τα ισπανικά λόγια του ιερέα και δυσκολεύομαι να νιώσω την κατάνυξη που αισθανόμαι στους δικούς μας εσπερινούς.

Δεν είναι προκατάληψη. Οσο περισσότερο εκκλησιάζομαι στην Ορθοδοξία, τόσο με κερδίζει. Μέσα εδώ μού λείπει η δική μας αισθητική: Το θερμό ημίφως, τα σοβαρά μάτια των εικόνων μας που ατενίζουν ορίζοντες εσωτερικούς, η τελετουργία των δαχτύλων τους, η γνώση των σφιχτών χειλιών τους. Η άφατη έννοια που συνταράσσει, ο σεβασμός στα μεγάλα συναισθήματα που σιωπά. Εκεί πέρα, σε μάς, στην Ορθόδοξη τέχνη, τα μεγάλα και τα σημαντικά υπονοούνται, στέλνουν μονάχα νύξεις κι αν μέσα σου συναπαντήσουν κάποιους σπόρους, τους καρπίζουν. Το ζητούμενο πνέει πιο μέσα απ΄τις λέξεις, πιο πίσω απ΄τις εικόνες και είναι φειδωλό.

Εδώ, στη Δύση, όλα περιφέρονται ανυπόφορα εκφραστικά, πληθωρικά, σχεδόν φλύαρα. Ο συναισθηματισμός καταντάει πόζα. Οι μορφές δεν είναι πλέον σύμβολα, κάνουν τα πάντα για να εκβιάσουν τη συγκίνησή σου. Μπροστά σε τόση πληθωρικότητα αμύνεσαι, αντί ν΄ανοίγεσαι κλείνεις.



Από το βιβλίο «Λουλούδι της κανέλλας» (αφήγηση ενός ταξιδιού στην Ισπανία), εκδόσεις ¨Φιλιππότη¨, 1993

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Απειλή Ανεργίας..


Στο καφενείο δεκάδες οικοδόμοι καπνίζουν τα τελευταία τσιγάρα απελπισίας. Ούτε σήμερα δουλειά. Δεν κινείται τίποτε στην πιάτσα. Μεγάλωσε η ανέχεια, η θλίψη στην καρδιά. «Ποιος είπε ότι το ψωμί δεν είναι πνευματική υπόθεση», θα διερωτηθεί ο Γάλλος ιερέας, ο Αβάς Πιέρ.
Λίγο παρακάτω, δεκάδες γυναίκες γυρίζουν από τον ΟΑΕΔ. Πήγαν να καταθέσουν τα χαρτιά τους για το επίδομα ανεργίας. Ρίχνουν πού και πού κλεφτές ματιές στις βιτρίνες, που, προκλητικά πολύχρωμες, μένουν ανέγγιχτες. «Όταν κάτι δεν μπορείς να το έχεις, καλύτερα να μην το σκέφτεσαι», συλλογίζεται η Μαρία, μητέρα τριών παιδιών, που εδώ και πέντε μήνες τόσο αυτή όσο και ο οικοδόμος άντρας της έμειναν άνεργοι.
Αργά, έως και πένθιμα, ανεβαίνει με ένα σωρό σκέψεις και διλήμματα προς το σπίτι. Η ώρα πέρασε και τα παιδιά σε λίγο θα σχολάσουν. Θέλουν να φάνε. Τι να μαγειρέψει κανείς; Διαμαρτύρονται κι αυτά. Παιδιά είναι. Τι να καταλάβουν –και γιατί άλλωστε;– για την ποιότητα του κόσμου που τα φέραμε;
«Είναι και η μέρα σήμερα που πρέπει να πληρώσουμε τα φροντιστήριά τους, άσε που το Σάββατο είχαμε πει να πάμε για παπούτσια και φόρμες».
Έχουν καταλάβει κι αυτά τη δύσκολη οικονομική μας κατάσταση. Μάθανε κι αυτά στο “περίμενε”. Σ’ ένα αύριο γεμάτο ερωτηματικά. Αβέβαιο. Γίναμε όλοι καχύποπτοι στη χαρά.
Τα Χριστούγεννα, ό,τι τους έδωσαν οι παππούδες και οι διάφοροι συγγενείς πήραν την απόφαση να τα προσφέρουν στην οικογένεια. Γνώριζαν ότι δεν είχαμε τα απαραίτητα. Τα μικρά μάς έδωσαν τα λεφτά από τα κάλαντα που είπαν με τους φίλους τους.
Ο πατέρας τους δεν ήθελε να τα πάρει. Ντρεπόταν. Σιχαινόταν τον εαυτό του, έλεγε. Έβριζε και καταριόταν τη ζωή.
Τα βράδια, συχνά έβγαινε για περίπατο. Έλεγε ότι κάνει καλό στην υγεία του. Μονάχα εγώ ήξερα ότι έβγαινε έξω για να κλάψει. Να μην τον δουν τα παιδιά. Να μην τον ακούσουν. Να κρύψει την απογοήτευσή του. Την οδύνη της καρδιάς του. Τέσσερις φορές σκέφτηκε να δώσει την ψυχή του στον διάβολο. Όταν τον ρώτησα τι εννοεί, μου είπε: “Να αυτοκτονήσω ήθελα”.
Την ώρα που σκεπτόμουν όλα αυτά άκουσα, τη φωνή του.
“Μαρία, στάσου, περίμενε…”. Ήταν εκείνος. Καθόταν σ’ ένα καφενείο γεμάτο ντόπιους και ξένους εργάτες. Ο καπνός και η απελπισία είχαν γεμίσει τον χώρο. Με δυσκολία μπορούσες να διακρίνεις τα πρόσωπά τους. Ίσως να μην έφταιγε και ο καπνός, ίσως να μην ήταν οι ανάσες που θάμπωναν τα τζάμια του μαγαζιού. Ίσως και να ήταν οι χιλιάδες ανέλπιδοι αναστεναγμοί τους. Η υγρασία των ματιών τους. Ήταν και τόσοι πολλοί, άλλωστε. Όλες οι ηλικίες μαζί. Γέροι, νέοι, πολλοί ακόμη και με τα παιδιά τους. Σκιές, φιγούρες, με κοινή επωδό την αγωνία για δουλειά, για το αύριο, για το μεροκάματο, το ψωμί των παιδιών τους, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Και δυστυχώς κάθε μέρα γίνονταν όλο και πιο πολλοί.
“Πού πας;” με ρώτησε.
“Ε, πού αλλού, στο σπίτι. Τα παιδιά σε λίγο σχολάνε και πρέπει να είμαι εκεί”.
“Κάτσε, θα έρθω κι εγώ μαζί σου”.
Κατάλαβα ότι και σήμερα δεν είχε υπάρξει καμία προοπτική για δουλειά. Την ώρα που με έπιανε από το μπράτσο για να φύγουμε, αισθάνθηκα ότι κάτι ήθελε να μου κρύψει. Κάτι σαν να μην ήθελε να δω στην πόρτα του μαγαζιού, γι’ αυτό και βγήκε τόσο γρήγορα έξω και με έπιασε βιαστικός αγκαζέ για να πάμε σπίτι. Δεν συνήθιζε αυτή τη συμπεριφορά.
“Κάτσε, άνθρωπέ μου, τι με τραβάς;” πρόλαβα να πω και τα μάτια μου καρφώθηκαν στο μυστικό που δεν ήθελε να δω. Στην πόρτα του καφενείου κρέμονταν δυο κηδειόχαρτα. Δύο άνθρωποι, ο ένας νέο παιδί 25 ετών και ο άλλος μεσήλικας, 52, ήταν νεκροί. Και οι δύο άνεργοι. Και οι δύο είχαν δώσει την ψυχή τους στον διάβολο. Στον έναν βρήκαν την απόλυση μέσα στο μπουφάν. Στον δεύτερο ένα κυριακάτικο κήρυγμα της ενορίας του».

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος